Αφιέρωμα στην Ιστορική σχολή της Χάλκης (Βιντεο)

Hits: 150

 

 

Στὸ Λόφο τῆς Ἐλπίδας βρίσκεται ἐγκατεστημένη ἡ Πατριαρχικὴ καὶ Σταυροπητιακὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὸς ὁ τίτλος ἀπαντᾶται νωρίς, ἀλλὰ τὸ ἴδιο νωρὶς βρίσκει κανεὶς καὶ ἄλλες ὀνομασίες, ἱστορικὲς καὶ μή, ὅπως ἡ «μονὴ τῆς (τοῦ) Χαλκίτου», «τὸ μοναστήρι τῆς Χάλκης», «ἡ μονὴ τῶν Δεσποτῶν», «ἡ Σιών», «ἡ Νέα Σιών», «τοῦ Ἐσόπτρου», «τοῦ Κατόπτρου», «Περίβλεπτος», «Στούδιον Σοφίας καὶ Μαθημάτων».

Στή «μονὴ τῆς Χάλκης» σώζεται μαρτυρία ὅτι παρέμεινε ὡς ἀσκητὴς γιὰ δέκα χρόνια (809-811) ὁ Θεόδωρος Στουδίτης.

Ἐπίσης διέμεινε γιὰ δέκα χρόνια στὴ «μονὴ τῆς Χάλκης», πιθανῶς ἐδῶ, ἡ αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, χήρα τοῦ Λέοντος E᾽, μαζὶ μὲ τὸν υἱό της Βασίλειο, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ B᾽ (9ος αἰ.).

Τὸ 1063 ἡ βασίλισσα Αἰκατερίνη ἡ Κομνηνή, μὲ τὸ μοναστικὸ ὄνομα Ξένη, ἀφιερώνει στὴ μονὴ χειρόγραφο εὐαγγέλιο, στὸ ὁποῖο ὀνομάζει τὴ μονὴ ὡς «μονὴ τῆς ἁγίας Τριάδος Χάλκης».

Ἄγνωστος παραμένει ὁ ἀκριβὴς χρόνος ἵδρυσης τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σύμφωνα μὲ μία παράδοση, τὴν ὁποία πρῶτος κατέγραψε ὁ Κωνστάντιος A᾽ ὁ ἀπὸ Σιναίου (19ος αἰ.), ἱδρυτὴς τῆς μονῆς φέρεται ὁ ἱερὸς Φώτιος A᾽ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (858-867, 877-886). Αὐτὴ τὴν ἄποψη υἱοθέτησαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν κάτι γιὰ τὴ μονή. Αὐτὴ ἡ παράδοση πέρασε καὶ στὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἴσως ἡ μονὴ νὰ ἦταν ἀρχαιότερη καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος νὰ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἀνιδρυτής (κτήτοράς) της.

Ἤδη ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς (τῆς Χάλκης) τὸ 1844, ἡ ἱερὰ μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ πρῶτο σχολάρχη της τὸν μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Κωνσταντῖνο Τυπᾶλδο (1795-1867), ἀποδέχθηκε τὴν προαναφερθεῖσα παράδοση καὶ ἀναγνώρισε ὡς προστάτη τόσο τῆς μονῆς ὅσο καὶ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τὸν ἱερὸ Φώτιο. Αὐτὴ ἡ συγκυρία ὑπῆρξε πολὺ ἐπιτυχὴς καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἰδεολογικῆς κατεύθυνσης, δογματικῶν ἀρχῶν καὶ γενικῆς μόρφωσης. Μάλιστα, τελεῖ τὴ μνήμη του πανηγυρικὰ τὴν 6η Φεβρουαρίου, ἐνῷ πανηγυρίζει καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος διατηρῶντας τὴν ἀρχαία μοναστικὴ παράδοση.

Ἡ ἑορτὴ τοῦ ἱεροῦ Φωτίου ἑορτάζεται πανηγυρικῶς κάθε χρόνο ἀπὸ τὴν «Ἑστία Θεολόγων Χάλκης» στὴν Ἑλλάδα, τὴν Κυριακή, ἡ ὁποία συμπίπτει πρὶν ἢ μετὰ τὴν ἑορτή, μὲ πανηγυρικὴ λειτουργία καὶ μὲ τὴν ἐτήσια συγκέντρωση τῶν μελῶν της στὴν Ἀθήνα.

Ἀπὸ τὴν ἀρχή, πιθανῶς τὸν 9ο αἰ., ἡ μονὴ ὡς σταυροπηγιακὴ εἶχε τὴν ἐξάρτησή της ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο. Ἡ σταυροπηγιακή της ἀξία ἀνανεώνεται ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς Οἰκουμενικοὺς Πατριάρχες (Μητροφάνη Γ᾽ 1569, Γαβριὴλ Δ᾽ 1781, Γερμανὸ Δ᾽ 1843).

Δεύτερος ἀνακαινιστὴς τῆς μονῆς ἦταν ὁ Μητροφάνης: α. Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1540-1545, μοναχὸς καὶ ἡγούμενος, β. ὡς Μητροπολίτης Καισαρείας μεταξὺ 1551-1565, καὶ γ. ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Μητροφάνης ὁ Γ᾽ (1565-1572, 1579-1580). Ὁ Μητροφάνης ἔκτισε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ διακόσμησε τὴν ἐρειπωμένη μονή, συνέστησε ἐκ νέου τὴν ἀδελφότητα, ἔγινε ἡγούμενος καὶ ἐμπλούτισε τὴ μονὴ μὲ μία βιβλιοθήκη χειρογράφων.

Τρίτος κτήτορας καὶ εὐεργέτης τῆς μονῆς ἦταν τὸ 1772 ὁ μοναχὸς καὶ ἡγούμενος Σαμουὴλ ἀπὸ τὴν Χίο. Ἀνοικοδόμησε τὰ τείχη καὶ τὸν περίβολο, τὴ βόρεια πλευρά, ἀνοικοδόμησε καὶ καλλώπισε τὸν ναό, ἔκτισε νέα κελλιὰ καὶ οἰκίσκους, κατασκεύασε τὶς στέρνες, τὴ μία στὴν κύρια εἴσοδο καὶ τὴν ἄλλη κοντὰ στὸν ναό.

Τέταρτος κτήτορας καὶ ἀνακαινιστὴς τῆς μονῆς ὑπῆρξε ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς Δ᾽ (1842-1845, 1852-1853). Ὁ Γερμανὸς ἔχοντας ἐπισκεφθεῖ τὸ 1842 τὴν ἐρειπωμένη καὶ κατεστραμμένη ἀπὸ φωτιὰ τὸ ἔτος 1821 ἱερὰ μονή, καὶ μετὰ ἀπὸ ἄδεια τῆς ὀθωμανικῆς ἀρχῆς, ἀνέλαβε τὴν ἀνίδρυσή της, τοῦ βασικοῦ κτιρίου, τοῦ φούρνου, τοῦ μαγειρείου, τῆς κινστέρνας κ.λπ.. Ἐπίσης ἀνακαίνισε τὴν ἐκκλησία τῆς μονῆς, ἡ ὁποία εἶχε ὑποστεῖ βλάβες ἀπὸ σεισμὸ καὶ ἦταν ἐτοιμόρροπη. Τὴν 13η Σεπτεμβρίου 1844 ὁ Πατριάρχης μὲ συλλειτουργοὺς τοὺς μητροπολίτες τοῦ Θρόνου τέλεσε αὐτοπροσώπως τὰ ἐγκαίνια τῆς ἐκκλησίας.

Παρακάτω δίνονται τὰ ὀνόματα ὅσων ὑπῆρξαν ἡγούμενοι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης:

Ἀνώνυμος, ἡγούμενος τῆς μονῆς τῆς Χαλκίτου (809-811), πιθανῶς ὁ Εὐδόκιμος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Θεόδωρο Στουδίτη.

Ἰωάννης ὁ μοναχός, ὁ ὁποῖος ἀνακαίνισε τὴ μονὴ τοῦ Χαλκίτου.

Κλήμης ὁ A᾽, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Θεόδωρου Στουδίτη, τὴν ὁποία ἀπέστειλε στὴν αὐτοκράτειρα Θεοδοσία.

Λέων ὁ μοναχός, πιθανῶς στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Α᾽ τοῦ Τσιμισκῆ (969-976).

Μετὰ ἀπὸ τὸν Λέοντα καὶ ἕως τὸ 1540 τὰ ὀνόματα τῶν ἡγουμένων παραμένουν ἄγνωστα.

Μητροφάνης, α. 1540-1545, β. 1551-1565.

Μοναχὸς Ἰωσήφ, 1609-1616 ἐπὶ Πατριάρχου Γαβριὴλ A᾽.

Ἱερομόναχος Μάξιμος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται σὲ χειρόγραφο τῆς μονῆς.

Διονύσιος A᾽, 1691.

Κλήμης B᾽, 1714.

Ἱερομόναχος Ἀρσένιος.

Διονύσιος B᾽.

Ἰάκωβος A᾽.

Ἱερομόναχος Ἰωσήφ.

Σαμουὴλ 1778.

Ἱερομόναχος Ἄνθιμος.

Δαμασκηνός.

Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος, 1826.

Ἰάκωβος ὁ B᾽ ἀπὸ τὴν Ἄνδρο, 1826-1834.

Μετὰ τὴν ἵδρυση, κατὰ τὸ 1844 (-1971/1991), τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς οἱ ἑκάστοτε σχολάρχες λάμβαναν καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱερᾶς μοναστικῆς καὶ κοινοβιακῆς ἀδελφότητας, τὴν ὁποία ἀπαρτίζουν μὲ ἕναν ἰδιότυπο τρόπο οἱ ἀδελφοὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, οἱ καθηγητὲς καὶ οἱ μαθητές της spying apps. Μόνο ἡγούμενοι ὑπήρξαν οἱ Μητροπολῖτες Σταυρουπόλεως Μάξιμος Ρεπανέλλης (γιὰ τὸ διάστημα 1971-1991), Θεωδορουπόλεως Γερμανὸς Ἀθανασιάδης (1991-1995), Μοσχονησίων (νῦν Γέρων Δέρκων) Ἀπόστολος Δανιηλίδης (1995-2011). Ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2011 ἕως σήμερα, ἡγούμενος εἶναι ὁ Μητροπολίτης Προύσης Ἐλπιδοφόρος Λαμπρυνιάδης, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀδείας και προτροπῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, προχώρησε στὴν ἀνασύσταση μοναστικῆς ἀδελφότητος. Σήμερα ἡ ἀδελφότητα ἀπαριθμεῖ 5 πατέρες



Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐξ ἀρχῆς ἦταν καὶ παρέμεινε κανονικῶς ὑπαγόμενη ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη. Ὁ Ἱερὸς Φώτιος, ἐφ’ ὅσον θεωρεῖται ἀρρήκτως συνδεδεμένος πρὸς τὸ ἱερὸ τοῦτο σκήνωμα καὶ ὑπῆρξε ὁπωσδήποτε ὁ πρῶτος ἀνιδρυτής του, εὐνόητο εἶναι ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐπευλογοῦσε μία κατάσταση συνδέσεως τῆς Μονῆς ἔξω τῆς ἄμεσης δικαιοδοσίας του. Γι’ αὐτόν, ἑπομένως, τὸ λόγο εἶναι σίγουρο ὅτι ἡ Μονὴ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ Σταυροπήγιο.

Ἀπόδειξη ἀποτελεῖ, ἐπιπλέον, τὸ γεγονὸς τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Πατριάρχου Νικολάου, σὲ σχετικὴν πράξη του, ὅπου ἐπιδαψιλεύει μὲ σαφήνεια στὴ Μονὴ τὴν τιμὴ αὐτή. Πότε, ὅμως, ἀκριβῶς ἔγινε αὐτὸ εἶναι ἄγνωστο, διότι ἡ ὡς ἄνω πληροφορία παρέχεται ἀχρονολόγητη. Πατριάρχες δὲ ὑπὸ τὸ ὄνομα Νικόλαος ὑπῆρξαν τέσσερεις:

  1. ὁ Μυστικὸς ( 895 – 906 τὸ α’ καὶ 911 – 925 τὸ β’)

  2. ὁ Χρυσοβέργης (984 – 995)

  3. ὁ Γραμματικὸς (1084 – 1111) καὶ

  4. ὁ Μουζάλων (1147 – 1151).

Παρὰ ταῦτα, τυγχάνει σαφές καὶ ἐπιμεμαρτυρημένο ὅτι ἡ Μονὴ ἀπὸ τοῦ Θ’ αἰῶνος ὑπῆρξε Σταυροπήγιο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Τὸ ἔτος 1569 Μητροφάνης ὁ Γ’ «ἀνανεῶσαι τὴν Σταυροπηγιακὴν τιμὴν καὶ ἀξίαν οὐκ ὤκνησεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ διὰ Πατριαρχικοῦ Συνοδικοῦ Γράμματος» καὶ «ἔκτοτε ἐν διαστήματι διακοσίων χρόνων πρὸς τοὺς δώδεκα οὐδέποτε φαίνεται ὑπαχθῆναι τὸ Ἱερὸν τοῦτο μοναστήριον εἰς ὑποταγὴν ἑτέρου τινὸς θρόνου, εἰμὴ τοῦ καθ’ ἡμᾶς τούτου ἁγιωτάτου πατριαρχικοῦ τε καὶ οἰκουμενικοῦ μέχρι καὶ τῆς σήμερον».

Κατὰ μῆνα Ἰούνιο τοῦ ἔτους 1781 ὁ Πατριάρχης Γαβριὴλ ὁ Δ’, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν παράκληση τοῦ ἡγουμένου Σαμουήλ, «ἀνανεῶσαι τὴν Σταυροπηγιακὴν ἀξίαν καὶ χάριν τῆς εἰρημένης Μονῆς» ἀπεφάσισε συνοδικῶς ὅπως τοῦτο «εἴη καὶ λέγεται καὶ παρὰ πάντων γνωρίζεται ἡμέτερον Πατριαρχικὸν Σταυροπηγιακὸν… μηδενὶ ἑτέρῳ ὑποκείμενον, εἰ μὴ τῷ καθ’ ἡμᾶς ἀποστολικῷ πατριαρχικῷ καὶ οἰκουμενικῷ τούτῳ θρόνῳ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ διοικούμενον, διεξαγόμενόν τε καὶ διακυβερνώμενον… μνημονευομένου ἐν αὐτῷ τοῦ κανονικοῦ Πατριαρχικοῦ ὀνόματος ἐν πάσαις ταῖς ἱεραῖς τελεταῖς καὶ ἀκολουθίαις, ὡς νενόμισται».

Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1843, γιὰ τετάρτη φορά, ὁ Πατριάρχης Γερμανὸς ὁ Δ’, αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη τῆς ἀνανεώσεως καὶ ἐπικυρώσεως τῆς Σταυροπηγιακῆς ἀξίας καὶ χάριτος τῆς Μονῆς. Ἀπεφασίσθη καὶ ὁρίσθηκε συνοδικῶς «ὅπως ὑπάρχῃ καὶ λέγηται καὶ παρὰ πάντων γινώσκηται ἡμέτερον Πατριαρχικὸν Σταυροπηγιακὸν… καὶ μηδενὶ ἄλλῳ ὑποκείμενον εἰ μὴ τῷ καθ’ ἡμᾶς ἀποστολικῷ πατριαρχικῷ καὶ οἰκουμενικῷ θρόνῳ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ μόνον διοικούμενον καὶ διεξαγόμενον μνημονευομένου ἐν αὐτῷ ἀεννάως καὶ τοῦ πατριαρχικοῦ ὀνόματος…». Ἐπιγραφὴ σὲ πλάκα διαιωνίζουσα τὴν πράξη αὐτή, ποὺ ἰσχύει μέχρι σήμερα, ἐντειχίσθηκε ἐπὶ τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς νοτίας πλευρᾶς τοῦ ναοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς: «Σταυροπήγιον Πατριαρχικὸν, ἁγιασθὲν ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, ἐν τῇ θεοσώστῳ νήσῳ Χάλκῃ, ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ τοῦ ἁγίου Χαλκηδόνος, τῷ ἰδίῳ θελήματι, παρὰ Γερμανοῦ τοῦ Δ’ τοῦ Παναγιωτάτου καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐπὶ τῆς βασιλείας Σουλτὰν Ἀπτοὺλ Μετζίτ, ἐν ἔτει ᾳωμδ’ μηνὸς Μαΐου πρώτη, ἡμέρᾳ τῆς ἑβδομάδος Δευτέρᾳ».

Κτίτορες καὶ ἀνακαινιστὲς τῆς Μονῆς

Ἡ ἱστορικὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει κατὰ τὴν παράδοση πρῶτο κτίτορα ἢ ἀνιδρυτή της τὸν Ἱερὸ Φώτιο. Ἀπὸ τοῦ 10ου αἰ. καὶ ἑξῆς εἶχε ἀποβεῖ πνευματικὸ φροντιστήριο: «στούδιον σοφίας καὶ μαθημάτων, οὐ μόνον μοναζόντων, ἀλλὰ καὶ βασιλέων καὶ ἀρχόντων».

Δεύτερος ἀνακαινιστὴς τῆς παλαιφάτου Μονῆς ὑπῆρξε ὁ ἱερομόναχος Μητροφάνης, ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Μητροφάνης ὁ Γ’, ὁ ὁποῖος ἔπραξε πολλὰ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Βάσει τοῦ ὑπ’ ἀριθμόν 62 χειρογράφου τῆς Μονῆς μποροῦμε νὰ καθορίσουμε τὴν ἐποχὴ καὶ τὸ ἔτος τῆς νέας αὐτῆς ἀνακαινίσεως: 1540.

Ἀπὸ τὶς ἀρχές τοῦ 17ου αἰ., ἡ Μονὴ διῆλθε ἡμέρες δυστυχίας καὶ ταλαιπωρίας, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ περιέλθει σὲ ἐρήμωση. Τὰ στοιχεῖα αὐτά τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν ἐπιστολή, τὴν ὁποῖα ἀπέστειλε ὁ ἡγούμενος Διονύσιος πρὸς τὸν Μέγα Κνιέζη τῆς Μοσχοβίας.

Κατὰ τὸ ἔτος 1722 ἡ Θεία Πρόνοια ἀνέδειξε νέο κτίτορα καὶ εὐεργέτη τῆς Μονῆς, τὸν ἐκ Χάλκης Σαμουήλ. Ὁ δραστήριος καὶ ζηλωτὴς ἱερομόναχος Σαμουήλ, κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Πατριάρχου Γαβριήλ τοῦ Δ’, ἦταν «ἀνὴρ φιλόκαλος, πλήρης θείου ζήλου καὶ προθυμίας ἀξιαγάστου». Ὁ Σαμουήλ ἀνακαίνισε καὶ ἀνήγειρε τὰ τείχη καὶ τὸν περίβολο καθώς καὶ τὸν ἱερὸ ναό. Ἐξωράϊσε μὲ εὐπρέπεια καὶ ἐπιμέλεια τὰ κελλιά, τοὺς οἰκίσκους καὶ τὰ γύρω οἰκοδομήματα καὶ κατέστησε τὴ Μονὴ περικαλλὲς καὶ λαμπρὸ φρούριο τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τὸ 1831 ἡ Ἱερὰ Μονὴ πυρπολήθηκε καὶ ἀνοικοδομήθηκε ἐκ βάθρων μὲ νεώτερα καὶ λαμπρότερα σχέδια ἀπὸ τὸν νέο κτίτορα καὶ ἀνακαινιστὴ Πατριάρχη Γερμανὸ τὸν Δ’, ὁ ὁποῖος καὶ καθίδρυσε τὴν πρώτη Σχολὴ τῆς Θεολογίας στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Αὐτοί ὑπῆρξαν οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἀνακαινιστὲς τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος Χάλκης.

Στοὺς ἀνακαινισμένους ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Γερμανὸ Δ ΄ χώρους τῆς μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἵδρυσε ὁ ἴδιος Πατριάρχης τὴν Ἱερὰ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης (1844). Ὁ διάδοχός του στὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο, ὁ ἀπὸ Ἀμερικῆς Ἀθηναγόρας (1948-1972), ἀξιολογώντας τὴν πράξη καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Γερμανοῦ Δ, εἶχε ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμία νὰ συμπεριληφθεῖ στὴ χορεία τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας.

Τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1844, λίγες μέρες δηλαδὴ μετὰ τὰ ἐγκαίνια τῶν κτιριακῶν ἐγκαταστάσεων τῆς μονῆς, μὲ ἰδιαίτερη ἐκκλησιαστικὴ τελετὴ προεξάρχοντος Καισαρείας Παϊσίου, εὐλογήθηκε ἡ ἔναρξη τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία ἐφιλοξενεῖτο ἐντὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καὶ τὴν 8η Ὀκτωβρίου ἄρχισαν τὰ μαθήματα. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, τὸ 1844 ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης.

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι περὶ τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ. ἱδρύονται στὴν ἀνατολὴ οἱ πρῶτες Ὀρθόδοξες Θεολογικὲς Σχολές: τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν (1837), τῆς Χάλκης (1844) καὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὰ Ἱεροσόλυμα (1855).

ΛΟΓΟΙ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Τὸν 20 αἰ. ἀκολουθοῦν οἱ Θεολογικὲς Σχολὲς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942-1945), τοῦ ἁγίου Σεργίου Παρισίων (1926), τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς Βοστώνης (1937) καὶ τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Αὐστραλίας, Σύδνεϋ (1986).

Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης ἀνήκει στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τὸ ὁποῖο ἔχει ἴδια γεωγραφικὴ περιοχὴ καὶ κατέχει τὸ πρωτεῖο μεταξὺ τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Ἱδρύθηκε, λοιπόν, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἄμεσων ἀναγκῶν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ γενικότερα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Κύρια καὶ ἄμεσα αἴτια γιὰ τὴν ἵδρυσή της εἶναι:

  • Ἡ γενικότερη ἀναγέννηση τῶν γραμμάτων.

  • Ἡ ἀνάγκη ἐκκλησιαστικῆς καὶ θεολογικῆς κατάρτισης τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου.

  • Ἡ τακτικὴ καὶ συστηματικὴ καλλιέργεια τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης.

  • Ἡ ἀντιμετώπιση (σὲ ἕνα ἀνώτερο ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο καὶ μέσω ἐπιστημονικῶν μέσων) τῶν προερχόμενων ἀπὸ τὴ δύση ἐπιδράσεων τῶν διάφορων μορφῶν τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τῶν ἀντιχριστιανικῶν φιλοσοφικῶν συστημάτων ἀπὸ δυτικὲς προσηλυτιστικὲς ἱεραποστολές, καὶ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση στὴν Ἑλλάδα τοῦ καϊρείου θεοσεβισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη (λόγοι ἀπολογητικῆς καὶ ποιμαντικῆς φύσεως).

ΠΕΡΙΟΔΟΙ

Ἡ ἱστορία τῆς Σχολῆς (1844-1971) περιλαμβάνει τέσσερις περιόδους:

  1. Ἀπὸ τὸ 1844 ἕως τὸ 1919, ὅταν ἡ Σχολὴ εἶχε ἑπτὰ τάξεις, τέσσερις γυμνασιακές (λυκειακές) καὶ τρεῖς θεολογικές. Μὲ ὁρισμένες ἐξαιρέσεις εἶχε καὶ ὀκτὼ τάξεις. Μία περίοδος ἀρκετὰ ἐκτενής, ἡ ὁποία καλύπτει περίπου ὀκτὼ δεκαετίες (1844-1919), καὶ μία ἀπὸ τὶς λαμπρότερες ἐποχὲς τῆς ἱστορίας τῆς Σχολῆς ἀπὸ κάθε πλευρά. Αὐτὸ ὀφείλεται ἀρχικὰ στὴν ἰδιαίτερη θέση τὴν ὁποία κατέχει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Σπουδαῖοι Πατριάρχες, ἡ ἱεραρχία τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ καὶ σημαίνοντες λαϊκοὶ καὶ πρόκριτοι μεριμνοῦσαν καὶ φρόντιζαν γιὰ τὴν ἀρτιότερη λειτουργία καὶ ἐμφάνιση τῆς Σχολῆς, ὅσο αὐτὸ ἦταν δυνατό: πρόσωπα ἄξια λόγου, μὲ τὸν πρῶτο Σχολάρχη, τὸν Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Κωνσταντῖνο Τυπάλδο (1844-1864), ὁ ὁποῖος διεύθυνε τὴ Σχολή. Οἱ ἄριστοι ἀπόφοιτοι λάμβαναν ὑποτροφίες καὶ συνέχιζαν τὶς σπουδὲς στὴν εἰδικότητά τους στὶς ὀρθόδοξες θεολογικὲς Ἀκαδημίες τῆς Ρωσσίας ἢ καὶ στὰ πανεπιστήμια τῆς δύσης, καὶ στὴ συνέχεια διορίζονταν καθηγητὲς στὴ Σχολή. Οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι κλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἕδρα ποὺ κατεῖχαν, ἀποτέλεσαν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἀριστοκρατία τῆς ἱεραρχίας τοῦ Θρόνου.
  1. Ἀπὸ τὸ 1919 ἕως τὸ 1923, ὅταν ἡ Σχολή, ἀφοῦ καταργήθηκε τὸ γυμνασιακὸ (λυκειακό) τμῆμα, λειτούργησε ὡς ἀκαδημία πέντε τάξεων.

  2. Ἀπὸ τὸ 1923 ἕως τὸ 1951, ὅταν ἐπανῆλθε ἡ παλιὰ ἑπτατάξια μορφὴ τῆς Σχολῆς. Ἦταν περίοδος ἀναπροσαρμογῆς στὴν νεοϊδρυθεῖσα Τουρκικὴ Δημοκρατία καὶ προσπάθεια ἐπιβίωσης τῆς Σχολῆς.

  1. Ἀπὸ τὸ 1951 ἕως τὸ 1971, ἡ Σχολὴ εἶχε πάλι ἑπτὰ τάξεις, ἀπὸ τὶς ὁποῖες οἱ τρεῖς ἦταν γυμνασιακές (λυκειακές) καὶ οἱ τέσσερις θεολογικές. Προστέθηκε, δηλαδή, ἕνα ἔτος στὸ θεολογικὸ τῆς τμῆμα. Εἶναι περίοδος, ἡ ὁποία καλύπτεται ἀπὸ τὴν πατριαρχεία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα (1948-1972), ὁ ὁποῖος ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὅλη λειτουργία τῆς Σχολῆς. Ἀποτελεῖ μία περίοδο ἀκμῆς. Ὅσα ἀναφέρθηκαν γιὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες ἰσχύουν σὲ κάποιο βαθμὸ καὶ γιὰ αὐτὰ τὰ χρόνια.

Δυστυχῶς, τὸ 1971, στὰ χρόνια τοῦ ἴδιου Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, μὲ ἀπόφαση τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν ἔκλεισε τὶς πόρτες τοῦ τὸ θεολογικὸ τμῆμα τῆς Σχολῆς. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀρχίζει μία ἄλλη περίοδος, ἄγνωστης, μέχρι στιγμῆς, διάρκειας

Τὸ κτίριο, μέσα στὸ ὁποῖο στεγάστηκε ἡ Σχολὴ τὸ ἔτος 1844, ἦταν διώροφο πέτρινο στὸ κάτω πάτωμα καὶ ξύλινο στὸ ἐπάνω, καὶ εἶχε τόσα δωμάτια ὅσα ἀρκοῦσαν γιὰ τὴ στέγαση καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση ὅσων διέμεναν ἐκεῖ: τῶν διδασκάλων, τῶν μαθητῶν καὶ τῶν ὑπόλοιπων. Ἀκόμη, εἶχαν προστεθεῖ αἴθουσες παραδόσεων (διδασκαλίας), τὸ νοσοκομεῖο, τὸ διευθυντήριο καὶ τὸ πατριαρχικὸ διαμέρισμα.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, ὑπῆρχαν καὶ βοηθητικὰ τμήματα: κυρίως ἡ βιβλιοθήκη, μία λιθόκτιστη διώροφη οἰκοδομὴ κτισμένη μὲ τὰ προσωπικὰ ἔξοδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Γερμανοῦ Δ᾽, στὴ νοτιοδυτικὴ πλευρὰ ἕνας σταῦλος, τὸ κιόσκι καὶ τὸ νέο κτίριο πρὸς τὸ νότο. Ὁ ναὸς βρισκόταν στὸ μέσο τοῦ γράμματος Π (στὸ κέντρο).

Στὸ κυρίως κτίριο καὶ στὰ παραρτήματά του ἔγινε γενικὴ ἐπισκευὴ τὸ 1869. Ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1890-1892 κτίσθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ μισὸ μέρος τῆς δυτικῆς πλευρᾶς, καθὼς καὶ τῆς βορειοδυτικῆς.

Σφοδρὸς σεισμός, ὅμως, ὁ ὁποῖος συνέβη τὸ μεσημέρι τῆς Τρίτης, 28ης Ἰουνίου 1894, μετέτρεψε σὲ ἐρείπια ἢ ἄφησε σχεδὸν ἑτοιμόρροπα τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ναό, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐμφάνισε μερικὰ ρήγματα.

Μὲ δαπάνη τοῦ ὁμογενῆ Παύλου Στεφάνοβικ, μεγάλου εὐεργέτη τοῦ Γένους, κτίστηκε μὲ ἀρχιτέκτονα τὸν Περικλῆ Φωτιάδη τὸ σημερινὸ λαμπρὸ κτίριο, σὲ ρυθμὸ νεοκλασικὸ μὲ ἀέρα βυζαντινὸ καὶ μὲ τάση πρὸς τὴ σύγχρονη ἀρχιτεκτονικὴ σὲ σχῆμα Π, πρὸς τιμὴν τοῦ μεγάλου χορηγοῦ τοῦ κτιρίου Παύλου (ἀρχικὸ τὸ γράμμαΠ), μὲ δύο ὀρόφους καὶ ἰσόγειο. Τὰ ἐγκαίνια αὐτοῦ τοῦ κτιρίου τελέσθηκαν τὴν 6η Ὀκτωβρίου 1896.

Σὲ αὐτὸ τὸ κτίριο ἔγιναν τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἀρκετὲς ἐσωτερικές (καὶ ἐξωτερικές) μεταρρυθμίσεις καὶ ἐπιδιορθώσεις, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς σύγχρονες ἀνάγκες καὶ ἀπαιτήσεις. Τέτοια ἔργα ἦταν οἱ ἐγκαταστάσεις νεροῦ, ἀποχωρητηρίων καὶ λουτρῶν καὶ ἐσωτερικῆς θέρμανσης, ἡ ριζικὴ ἐπιδιόρθωση τῆς στέγης, τῶν παραθύρων τοῦ ἐπάνω πατώματος καὶ τοῦ μαγειρείου, ἡ ἐγκατάσταση δωματίου ψυγείου, ἡ διαρρύθμιση καὶ ὁ πλουτισμὸς τῶν ἐργαστηρίων τοῦ φυσείου καὶ τοῦ χημείου, ἡ ἵδρυση ἐντευκτηρίου, ἱματιοθήκης, σιδηρωτηρίου, καντίνας καὶ κουρείου, ἡ ἐπίστρωση μὲ παρκὲ διαφόρων τμημάτων τῆς Σχολῆς, ἡ ἐπιδιόρθωση καὶ ἐπίπλωση τοῦ πατριαρχικοῦ διαμερίσματος, τῶν δωματίων τοῦ συνοδικοῦ τμήματος καὶ τῶν καθηγητῶν, τοῦ νοσοκομείου, τοῦ διευθυντηρίου, τῆς αἴθουσας τοῦ γραμματέα τῆς Σχολῆς κ.ἄ. Παρόμοια ἔργα συνεχίζουν νὰ γίνονται ἕως σήμερα. Ἐπιδιορθώθηκε ἐπίσης καὶ ὁ ἱερὸς μοναστηριακὸς ναός.

Οἱ βοηθητικοὶ χῶροι: Τὸ μαγειρεῖο καὶ τὸ πλυντήριο στὰ ἀντίστοιχα μέρη τῆς νότιας πλευρᾶς. Στὰ νότια μέρη τοῦ περιβόλου ὑπάρχουν ὁ ἄλλοτε σταῦλος καὶ ὁ φοῦρνος τῆς Σχολῆς. Στὴ συνέχεια τὸ θερμοκήπιο καὶ τὸ θυρωρεῖο.

Τὸ κτίριο περιτριγυρίζεται ἀπὸ ὡραίους κήπουςγιὰ τὴ διαρρύθμιση τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρθηκε καὶ ἐργάστηκε αὐτοπροσώπως ὁ μητροπολίτης ΠριγκιποννήσωνΔωρόθεος Γεωργιάδης (1891-1974). Πίσω ἀπὸ τὸ ἱερὸ βῆμα, ἀλλὰ στὸν ἴδιο χῶρο ἔξω ἀπὸ τὸν περίβολο τῆς Σχολῆς, βρίσκονται τάφοι πατριαρχῶν, μητροπολιτῶν, ἄλλων κληρικῶν καὶ καθηγητῶν τῆς Σχολῆς. Ὁλόκληρο τὸ κτιριακὸ συγκρότημα τῆς Σχολῆς περιβάλλεται ἀπὸ πολυγωνικὸ λίθινο τοῖχο

Ἡ Σχολὴ τῆς Χάλκης στὴν πράξη λειτουργοῦσε ὡς μία μοναστικὴ ἀδελφότητα ἐγκατεστημένη μέσα στὴ γαλήνη τῆς φύσης καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸ θόρυβο τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀδελφότητα αὐτὴ ζοῦσε μία ζωὴ ἔντονα ἀκαδημαϊκή, ἐκκλησιαστικὴ καὶ λειτουργικὴ (λατρευτική) κατὰ τὰ πρότυπα τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν καὶ θεολογικῶν σχολῶν τῆς ἀνατολῆς, τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Ἀντιόχειας, τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἄλλων.

Στὴ Σχολὴ οἱ ἱεροσπουδαστὲς προετοιμάζονταν καὶ καταρτίζονταν στὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, μαθαίνοντας τὸ σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱστορία καὶ τὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς χριστιανοὺς ἀδελφοὺς καὶ πρὸς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Σχολὴ ὑπηρέτησε καὶ ἀντιμετώπισε τὶς ἀνάγκες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἄλλων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν σὲ καταρτισμένους ἐπιστημονικὰ κληρικούς. Ἀκόμη, ἀνέπτυσσε τὴν οὐσία καὶ τὰ βιώματα τῆς Ὀρθοδοξίας στοὺς μὴ ὀρθόδοξους μαθητές της.

Ἀλλὰ καὶ ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη ἐκαλλιεργεῖτο συνεχῶς καὶ τακτικὰ μὲ ὅλα τὰ μέσα στὴ Σχολή. Ἐὰν ἡ σημερινὴ ὀρθόδοξη θεολογία ἀποβλέπει στὴν ἀποκάθαρσή της ἀπὸ παρείσακτα στοιχεῖα κατὰ τὴ διάρκεια τῶν χρόνων μετὰ τὴν Ἅλωση, στὴν ἀποκατάσταση τοῦ πνεύματός της μέσα ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία καὶ στὴν παρακολούθηση τῆς προόδου ποὺ γίνεται στὴ θεολογία, τότε στὰ ἴδια ἀπέβλεπε καὶ ἡ Σχολὴ τῆς Χάλκης.

Ἐὰν ἡ τοποθέτησή της μακριὰ ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ ἀπὸ τὰ πανεπιστημιακὰ κέντρα θεωρεῖται μειονέκτημα ἀπὸ μερικούς, αὐτὸ θεραπεύεται ἀπὸ τὸ συντηρητικὸ καὶ ταυτόχρονα φιλοπρόοδο πνεῦμα ποὺ διέπει τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὸν ἐπιστημονικὸ καταρτισμὸ τῶν καθηγητῶν στὰ πανεπιστήμια, τῶν ξένων μαθητῶν ποὺ φοιτοῦν σὲ αὐτήν, τῶν ἐπισκεπτῶν καθηγητῶν καὶ φοιτητῶν ἀπὸ ἄλλες χῶρες. Θεραπεύεται, ὅμως, καὶ ἀπὸ τὴ Βιβλιοθήκης της, ἀπὸ τὴ γειτνίαση μὲ μία δεκάδα πανεπιστημίων τῆς Πόλης καί, κυρίως, τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς Σχολῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἵδρυμα καὶ κατεξοχὴν φορέας τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

10Shares
Like
error: Ευχαριστούμε