του Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ.κ. Ἱεροθέου : Τό κεντρικό θέμα εἶναι τί ἀκριβῶς εἶναι Αὐτοκεφαλία

Hits: 405

Μέ ἀφορμή τήν διαδικασία χορηγήσεως ἐκκλησιαστικῆς Αὐτοκεφαλίας στήν Οὐκρανία ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γίνεται ἔντονη συζήτηση καί διατυπώνονται διάφορες ἀπόψεις.

Τό κεντρικό θέμα εἶναι τί ἀκριβῶς εἶναι Αὐτοκεφαλία, ποιός τήν χορηγεῖ καί πῶς λειτουργεῖ ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία μέσα στό σύστημα τῆς Μιᾶς Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δέν πρόκειται γιά διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, ἀλλά γιά ἕναν τρόπο συνοδικῆς λειτουργίας της, ὑπό τήν εὐθύνη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού εἶναι ἡ Πρωτόθρονη Ἐκκλησία στό ἐκκλησιαστικό Συνοδικό σύστημα διοικήσεως καί λειτουργίας.

Πολλοί ἑκατέρωθεν παραθέτουν διάφορα στοιχεῖα γιά τό θέμα πού ἀνέκυψε, ἀλλά πρίν ἀπ’ ὅλα πρέπει νά ἐντοπισθῆ τό σημεῖο ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν τίθεται σέ μιά σχέση ἀνεξαρτησίας, ἀλλά σέ μιά σχέση ἀλληλεξάρτησης. Νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό πιό βασικό θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία μας αὐτές τίς ἡμέρες. Αὐτές τίς σκέψεις τίς ἔχω διατυπώσει καί σέ παλαιότερες μελέτες μου.

1. Ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία

Κατά τόν καθηγητή Ἰωάννη Καρμίρη καί ἄλλους μελετητές, ἀπό τήν ἀρχή της ἡ Ἐκκλησία διοργανώθηκε «ἱεραρχικῶς καί συνοδικῶς», δηλαδή ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ἐξελίχθηκε σέ ἐπισκοπική, μητροπολιτική, πατριαρχική καί ἔπειτα συνοδική, μέχρι τόν βαθμό τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἔτσι, τό ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Ἡ συνοδικότητα δέν καταργεῖ τήν ἱεραρχικότητα, καί ἡ ἱεραρχικότητα δέν καταργεῖ τήν συνοδικότητα. Ἔτσι τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι «ἱεραρχικῶς συνοδικόν» ἤ «συνοδικῶς ἱεραρχικόν», κατά τόν Ἀλέξανδρο Σμέμαν.

Ἀντίθετα στήν Δύση ὁ παπικός θεσμός προσέλαβε τό φεουδαλιστικό σύστημα διοικήσεως καί ἔτσι εἰσήχθη τό «ἀπολυταρχικόν-μοναρχικόν-συγκεντρωτικόν πολίτευμα» καί ἀργότερα οἱ Προτεστάντες πού ἀποσχίσθηκαν ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμό εἰσήγαγαν τό σύστημα τῆς συνομοσπονδίας, χωρίς νά ὑπάρχη κέντρο.

Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἰσχύει τό παπικό πρωτεῖο, οὔτε ἡ προτεσταντική συνομοσπονδία, ἀλλά λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα μέ τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, πού ἔχει συντονιστικό ρόλο καί ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες γιά τήν καλή λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.

Τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα εἶναι προέκταση τῆς θείας Εὐχαριστίας, στήν ὁποία ὑπάρχει ὁ προεξάρχων καί οἱ λειτουργοῦντες κατά τά πρεσβεῖα τους. Ἔτσι, ἀποφεύγεται τόσο ὁ Παπισμός ὅσο καί ὁ Προτεσταντισμός.

Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά ἀντιμετωπισθῆ καί τό Αὐτοκέφαλον, ὄχι ὡς ἀνεξάρτητη κεφαλή, ἀλλά ὡς κεφαλή μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας πού ἐντάσσεται καί λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, οὔτε παραθεωρεῖται ἡ συνοδικότητα οὔτε ὑπονομεύεται ἡ ἱεραρχικότητα.

Ὕστερα ἀπό τά γενικά αὐτά, πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἀπό διάφορες μελέτες γνωρίζουμε ὅτι ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλο» ἐμφανίστηκε ἀρχικά συνδεδεμένος μέ τόν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ ὁποῖος βέβαια Ἀρχιεπίσκοπος δέν εἶχε τότε τήν ἔννοια τοῦ ἀρχηγοῦ μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἦταν ὁ Ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξάρτηση καί ἀναφορά (ἀπό, καί) στόν Πατριάρχη καί ὄχι στόν Μητροπολίτη τῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι, ὁ «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» ἐξαρτόταν ἀπό τόν Πατριάρχη, ἀπό τόν ὁποῖο λάμβανε τήν χειροτονία καί βέβαια τόν μνημόνευε κατά τίς ἱερές Ἀκολουθίες.

Ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά, ὅπως σημειώνει ὁ καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, ἡ σημασία τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀναβαθμίστηκε, ὅταν, βεβαίως, ἡ ἐκκλησιαστική ἀνεξαρτησία ἐτέθη μέσα στίς πολιτικές – ἐθνικιστικές ἐπιδιώξεις τῶν Σλαύων.

Ὅμως, καί στήν περίπτωση αὐτή τῆς ἀναβαθμίσεως τοῦ ὅρου καί τοῦ ρόλου τοῦ αὐτοκεφάλου Ἀρχιεπισκόπου, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μποροῦσε ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἐπεμβαίνη στά ἐσωτερικά της, νά διευρύνη τίς δικαιοδοσίες του στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησής της, νά χειροτονῆ τόν Ἀρχιεπίσκοπο καί αὐτό, βέβαια, συνδέεται μέ τήν ὑποχρέωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νά μνημονεύη τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Ἔπειτα, ὁ ὅρος «Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία» εἰσήχθη μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀποτελεῖ μιά ἑνιαία ἐκκλησιαστική διοίκηση πού καθορίζει τά τῆς ἐκλογῆς, χειροτονίας καί δίκης τῶν Ἐπισκόπων καί ρυθμίζει ὅλα τά ἐκκλησιαστικά θέματα τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἔχει ὁπωσδήποτε σύνδεσμο μέ ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἰδιαιτέρως μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Δέν πρόκειται γιά αὐτόνομη καί ἀνεξάρτητη κεφαλή, πού ξεχωρίζεται ἀπό τήν ἑνιαία καί μία κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά μιά διοικητική ἐλευθερία μέσα στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκόμη καί ἡ λέξη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία πρέπει νά ἑρμηνευθῆ ὀρθόδοξα καί ἐκκλησιολογικά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ ὅρος εἶναι ἀρκετά συμβατικός, δηλαδή χρησιμοποιεῖται μόνο γιά τήν αὐτοδιοίκηση καί τήν διοικητική διάρθρωση τῶν Ἐκκλησιῶν καί δέν σημαίνει διάσπαση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός.

Γιά τό θέμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος ἰσχύει ὅ,τι λέγεται γιά τόν μελισμό τοῦ ἄρτου τῆς θείας Εὐχαριστίας, κατά τόν λόγο τοῦ Λειτουργοῦ: «Μελίζεται καί διαμερίζεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος». Ὅσοι κοινωνοῦν δέν λαμβάνουν ἕνα τμῆμα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὁλόκληρο τόν Χριστό. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τίς Ὀρθόδοξες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀρκεῖ νά ὑπάρχη ὀρθόδοξη πίστη, κανονική εὐταξία καί ἑνότητα μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν.

Μελετώντας τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δέν συνάντησα τόν ὅρο Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, ἀλλά παρατήρησα ὅτι ἀφ᾿ ἑνός μέν ὁ ὅρος συναντᾶται στίς ἑρμηνεῖες τῶν ἐξηγητῶν τῶν Κανόνων, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ καθιερώθηκε ἐπίσημα σέ νεώτερες Πατριαρχικές Πράξεις.

Γιά παράδειγμα, ὁ η΄ Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφερόμενος στήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, γράφει: «Ἓξουσι τό ἀνεπηρέαστον καί ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατά τήν Κύπρον, προεστῶτες, κατά τούς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καί τήν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τάς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τό δέ αὐτό καί ἐπί τῶν ἄλλων διοικήσεων, καί τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται…». Περιγράφεται ὁ ὅρος «ἀνεπηρέαστον» καί «ἀβίαστον», χωρίς νά ἀναφέρεται ὁ ὅρος Αὐτοκέφαλο. Ὁ Βαλσαμών, ἑρμηνεύοντας τόν λθ΄ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλλῳ ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στό ἴδιο θέμα, τήν διοίκηση τῆς Κύπρου ἀποκαλεῖ «αὐτοκέφαλον»: «…ὡρίσθη αὐτοκέφαλον εἶναι τήν ἐκκλησίαν τῆς Κύπρου».

Πρέπει ἀκόμη νά ὑπογραμμισθῆ ὅτι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἔδωσαν τήν αὐτοδιοίκηση στίς Ἐκκλησίες μέ ὅρους πού προβλέπονται ἀπό τούς προηγουμένους ἱερούς Κανόνες. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ β΄ Κανόνας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Φυλαττομένου δέ τοῦ προγεγραμμένου περί τῶν διοικήσεων κανόνος, εὔδηλον ὡς τά καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἡ τῆς ἐπαρχίας σύνοδος διοικήσει». Ὅμοιοι εἶναι καί οἱ Κανόνες: η΄ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς, κη΄ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς, λθ΄ τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς. Καθώς ἐπίσης στό θέμα τῆς μνημονεύσεως τοῦ «Πρώτου» εἶναι χαρακτηριστικοί οἱ ιδ΄ καί ιε΄ Κανόνες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Οἱ Κανόνες αὐτοί σαφῶς παραπέμπουν καί ὑπονοοῦν τόν λδ΄ Κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί προϋποθέτουν ἤ Μητροπολιτικό ἤ Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως μιᾶς Ἐκκλησίας.



Ὁ Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος, ἐπικαλούμενος μαρτυρία τοῦ Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, γράφει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ «αὐτοκεφάλου» δέν ἀνήκει στήν «ὀντολογία» τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά στήν ἱστορική της «ὑπόσταση». Εἶναι χρήσιμος αὐτός ὁ διαχωρισμός μεταξύ τῆς ὀντολογικῆς καί τῆς ἱεραρχικῆς τάξεως τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀποφύγουμε τόσο τόν κίνδυνο τοῦ Παπισμοῦ, ὅσο καί τόν πειρασμό τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ἑπομένως, οὔτε ἀρνούμαστε τήν ὀντολογική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, οὔτε ὅμως ἀρνούμαστε καί τήν ἱεράρχηση μεταξύ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἐπίσης, ὁ ἴδιος Μητροπολίτης παρατηρεῖ: «Ἡ ἱστορία καί ἡ μακραίων παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἐδημιούργησε καί κατωχύρωσε τήν πρᾶξιν τῆς “ἱεραρχίας τῆς τιμῆς”, ἡ δέ ἄρνησις αὐτῆς ἐν ὀνόματι τῆς κακῶς ἐννοουμένης “ἰσοτιμίας” εἶναι ἐσκεμμένη καί ὑποβολιμαία ἀντικατάστασις τῆς γνησίας καθολικότητος διά τινος “δημοκρατικῆς” ἰσότητος».

Γι᾿ αὐτό ὁ ὅρος «αὐτοκέφαλος Ἀρχιεπίσκοπος» στήν διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀπόλυτης ἀνεξαρτησίας.

2. Τό Αὐτοκέφαλο καί ἡ ἐνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Οἱ ὅροι καί οἱ παράγοντες τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου» καί ὑπότιτλο «Τό αὐτοκέφαλον καί οἱ ἱεροί κανόνες» ἀναλύει διεξοδικῶς ἐπί τῇ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τό πῶς λειτουργοῦσαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, καθώς ἐπίσης ἐξετάζει διεξοδικῶς τούς ὅρους καί τούς παράγοντες πού διαμορφώνουν μιά Ἐκκλησία σέ Αὐτοκέφαλη.

Ἀπό τό ἄρθρο αὐτό σημειώνω ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία τῶν Ἐκκλησιῶν ἔχει σχέση μέ τήν συνοδική διάρθρωση τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καί τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν ἐπίβλεψη καί κηδεμονία τοῦ «Πρώτου», πού εἶναι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης. Μέ κανέναν λόγο ἡ Αὐτοκεφαλία δέν μπορεῖ νά ἐξυπηρετήση ἀποσχιστικές ἐνέργειες καί τάσεις καί «καπετανάτα» μέσα στήν Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτό ὁ Τρεμπέλας παρατηρεῖ:

«Τέλος δέν πρέπει κατ᾿ οὐδένα λόγον νά λησμονῆται, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπαφή τῶν ἐπισκόπων ὑπό τόν ἕνα Πρῶτον ἀπέβλεπεν εἰς τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος. Προδήλως λοιπόν κατ᾿ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νά ἄγῃ εἰς τήν δημουργίαν εἴδους τινός καπετανάτων ἤ ἐκκλησιαστ.(ικῶν) ἐπικρατειῶν ξένων πρός ἀλλήλας, ἀλλά μᾶλλον δέον νά ἀποβλέπῃ εἰς τήν εὐχερεστέραν ἐπικοινωνίαν πάντων τῶν ἁπανταχοῦ ἐπισκόπων διά τῶν κέντρων αὐτῶν ἤ τῶν Ἀρχιεπισκόπων. Ἐντεῦθεν καί πρωΐμως, ὡς εἴδομεν, ἐκδηλοῦται ἡ τάσις πρός διεύρυνσιν τῶν ὁρίων τῶν ἐκκλησ.(ιαστικῶν) περιφερειῶν διά τῆς ὑπαγωγῆς τῶν διαφόρων Μητροπολιτῶν ἤ Πρώτων ὑπό τούς Ἐξάρχους ἤ Πατριάρχας, τῶν ὁποίων ἐν τέλει ὁ ἀριθμός περιορίζεται μόλις εἰς πέντε».

Ἀναλύοντας τούς παράγοντες πού συνετέλεσαν στό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, τό ὁποῖο Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε ὡς αὐτοδιοίκητο χωρίς ὅμως νά διακόπτεται ἡ σχέση τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὁ καθηγητής Τρεμπέλας παρατηρεῖ ὅτι σημαντικό ρόλο γιά τήν Αὐτοκεφαλία διαδραμάτισε ἡ ἀρχή «τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν» καί «λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψει σοβαρῶς ἡ δεδηλωμένη γνώμη τῶν πληρωμάτων», δηλαδή τῶν λαῶν. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τήν ἄρση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὅπως ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος.

Βεβαίως, καί στήν περίπτωση αὐτή «οἱ πόθοι τοῦ ἐκκλησ.(ιαστικοῦ) πληρώματος ἐγίνοντο ἀναντιρρήτως δεκτοί, μόνον ἐφ᾿ ὅσον δέν προσέκρουον πρός τά καλῶς ἐννοούμενα ἐκκλησιαστικά συμφέροντα. Ἐντεῦθεν παρουσιάζεται ἰσοστάσιος ἤ καί ὑπερκείμενος τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος ὁ συνοδικός παράγων, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὁποίου ἡ κίνησις τοῦ λαϊκοῦ ἤ τοῦ ἐκπροσωποῦντος αὐτόν κυβερνητικοῦ παράγοντος μόνον πραξικοπήματα, εἰς αὐτά τά ὅρια τοῦ σχίσματος ἐγγίζοντα ἤ καί εἰσβάλλοντα, δύναται νά δημιουργήσῃ. Ὁ συνοδικός παράγων διά τοῦτο παρουσιάζεται ἀνέκαθεν καθορίζων, κανονίζων καί ἐπεγκρίνων τάς κινήσεις τοῦ λαϊκοῦ παράγοντος».

Γίνεται σαφές ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν δίνεται γιά τήν ἀνεξαρτησία μιᾶς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά γιά τήν διατήρηση τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἄλλωστε, παρά τήν αὐτοδιοίκηση μερικῶν Ἐκκλησιῶν, δέν ὑπάρχει διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Εἰδικῶς ἀναφέρονται ἀπό τά Πρακτικά τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τήν διοίκηση τῆς Ἀσιανῆς καί Ποντικῆς δήλωσαν τήν ἐξάρτησή τους ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη. Γιά παράδειγμα ὁ Ἐπίσκοπος Μύρων Ρωμανός εἶπε: «Οὐκ ἠναγκάσθην ἐγώ· ἡδέως ἔχω ὑπό τόν θρόνον Κων/λεως εἶναι, ἐπεί καί αὐτός μέ ἐτίμησε καί αὐτός μέ ἐχειροτόνησε». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπῆρχε ἀλληλεξάρτηση τῶν αὐτοδιοικήσεων μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη.

Τό συμπέρασμα τῶν ἀναλύσεων αὐτῶν εἶναι ὅτι ἡ αὐτοδιοίκηση – αὐτοκεφαλία δίνεται κυρίως καί πρό παντός γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν καί ὄχι γιά λειτουργία «καπετανάτων», ὅτι οἱ παράγοντες παραχωρήσεως τῶν Αὐτοκεφαλιῶν εἶναι κατά πρῶτον ἡ Σύνοδος περί τόν «Πρῶτον», κυρίως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν συνέχεια ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ κρίνει τήν ὡριμότητα τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει δέ περίπτωση νά αἴρεται τό Αὐτοκέφαλο μέχρι τῆς ἀναγνωρίσεώς του ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο.

Σημειώνει ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας:

«Διά τῆς τοιαύτης δέ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀποφάνσεως τό αὐτοκέφαλον, ὑπέρ οὗ αὗται ἀπεφαίνοντο, κατησφαλίζετο ἑδραίως ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὅτι αὐτοκέφαλοι ἐκκλησίαι μή τυχοῦσαι τῆς τοιαύτης ἐπικυρώσεως καί κατασφαλίσεως κατηργήθησαν σύν τῷ χρόνῳ καί κατελύθησαν (Καρθαγένης, Λουγδούνων, Μεδιολάνων, Πρώτης Ἰουστιανῆς, Ἀχριδῶν, Τυρνόβου, Ἰπεκίου κλπ), ἐνῷ τοὐναντίον αὐτοκέφαλοι τυχοῦσαι τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, καίπερ εἰς δεινάς ἐμπεσοῦσαι περιστάσεις ἤ καί παρακμάσασαι, παρέμειναν καί κατ᾿ ὀλίγον ἀνέζησαν (ὁ ἐκπατρισμός τῶν Κυπρίων καί ἡ κατά τό ΛΘ΄ κανόνα τῆς Πενθέκτης ὑπαγωγή τοῦ Κυζίκου καί τῆς Ἑλληνοσποντίων ἐπαρχίας εἰς τόν πρόεδρον τῆς Κυπρίων νήσου· πατριαρχεῖα Ἀντιοχείας, Ἀλεξανδρείας, Ἱεροσολύμων».

3. Οἱ σύγχρονες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες

Οἱ πρῶτες Οἰκουμενικές Σύνοδοι καθόρισαν τόν κανονικό θεσμό τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, ἤτοι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινούπολης, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων. Πρόκειται γιά ἕναν κανονικό θεσμό, κατά τόν ὁποῖον οἱ πέντε Πατριάρχες ἀπετέλουν τήν ἀρχή τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Γ’ Οἰκουμενική Σύνοδος χορήγησε τό αὐτοδιοίκητο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ἀλλά ὁ θεσμός τῶν πέντε Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων διηύθυνε τήν Ἐκκλησία ἤ μᾶλλον τό Ἅγιον Πνεῦμα δι’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ διατήρησε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης θεωροῦσε ὅτι οἱ πέντε Πατριάρχες ἀποτελοῦσαν «τό πεντακόρυφον κράτος τῆς Ἐκκλησίας» ἤ «τό πεντακόρυφον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας» ἤ τό «πεντακόρυφον ἐκκλησιαστικόν σῶμα». Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών παραλληλίζει τήν ὕπαρξη τῆς Πενταρχίας μέ τίς πέντε αἰσθήσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως κάθε ἐκκλησιαστική διοίκηση εἶχε αὐτοδιοίκηση καί διέθετε «τό δίκαιο τῶν χειροτονιῶν» καί τό «δίκαιον τῶν κρίσεων», κατά τόν καθηγητή Βλάσιο Φειδᾶ.

Ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία ἡ Παλαιά Ρώμη, τό Πατριαρχεῖο τῆς Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως ἔγινε Πρωτόθρονη Ἐκκλησία πού προεδρεύει καί ἔχει συντονιστικό ρόλο. Καί τόν 16ο αἰώνα μ.Χ. τήν πέμπτη θέση κατέλαβε τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας. Ὅλα αὐτά ἔγιναν ἀπό Οἰκουμενικές καί Μεγάλες Συνόδους.

Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀναγνωρίσθηκαν καί ἄλλες Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, χωρίς βέβαια, νά συγκληθῆ Οἰκουμενική Σύνοδος. Μεταξύ αὐτῶν συγκαταλέγεται καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀνακηρύχθηκε Αὐτοκέφαλη μέ τόν Συνοδικό καί Πατριαρχικό Τόμο τοῦ 1850, ἄλλες Ἐκκλησίες ἔλαβαν καί τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή.

Ὁ καθηγητής Σπύρος Τρωϊάνος, ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψη τούς Κανόνες διά τῶν ὁποίων ἀναγνωρίσθηκαν οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἰσχυρίζεται ὅτι τό ἁρμόδιο ὄργανο ἀναγνωρίσεως μιᾶς Ἐκκλησίας ὡς Αὐτοκεφάλου εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος. Αὐτή καθορίζει ὅλα τά θέματα τά σχετικά μέ τό Αὐτοκέφαλο τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως τήν ἀνακήρυξή τους, τήν τάξη τους, τά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας τους κλπ. Ὅταν ὅμως ἀπό τόν 9ο αἰώνα καί μετά δέν συνεκαλοῦντο Οἰκουμενικές Σύνοδοι, τότε τήν θέση τους κατέλαβε ἡ ἐνδημοῦσα Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη.

Μάλιστα ὁ Καθηγητής, ἀναφερόμενος στίς περιπτώσεις τῶν Πατριαρχείων Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας, γράφει ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο αὐτοδεσμεύθηκε νά δώση ἀπό πρίν τήν συναίνεσή του, ἀλλά ὅπως λέγεται στά κείμενα τῶν Τόμων, ἡ ἀνακήρυξη θά γίνη «ἐν Οἰκουμενικῇ ἤ καί μεγάλῃ ἄλλῃ Συνόδῳ ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ συνερχομένῃ». Γι᾿ αὐτό καταλήγει: «Ἑπομένως, ἡ διαδικασία γιά τήν ἀνύψωση τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας καί Βουλγαρίας σέ Πατριαρχεῖα, ἀπό αὐστηρά νομική ἄποψη δέν ἔχει ἀκόμη ὁλοκληρωθεῖ».

Γίνεται δέ σαφές ὅτι οἱ Αὐτοκεφαλίες πού δόθηκαν τόν 19ο καί 20ό αἰώνα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί λειτουργοῦν ὡς Πατριαρχεῖα τελοῦν ὑπό τήν αἴρεση ἐγκρίσεώς τους ἀπό τήν Οἰκουμενική, Πανορθόδοξη Σύνοδο πού πρόκειται νά συνέλθη. Ἐπίσης θά πρέπει νά ἀποφασισθῆ καί ὁ τρόπος λειτουργίας της, ὥστε νά συντελῆ στήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώματος Χριστοῦ, καί ὄχι στήν διάσπαση τῆς Ἐκκλησίας, στήν αὐτονόμηση ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στήν προτεσταντική νοοτροπία τῆς δημοκρατικῆς συγκροτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἄλλωστε, τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας δέν λειτουργεῖ μέ τίς ἀρχές μιᾶς ἀστικῆς δημοκρατίας, ἀλλά εἶναι ἱεραρχικό, μέ τήν ἔννοια τῆς ἱεραρχήσεως τῶν διακονιῶν πρός οἰκοδομή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί πρός δόξαν Θεοῦ Πατρός.

Ὁ Καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης, εἰδικός ἐρευνητής, πού μελέτησε τό Αὐτοκέφαλο τῶν Σλαυικῶν Ἐκκλησιῶν, ὕστερα ἀπό ἐνδελεχῆ ἀνάλυση τῶν πηγῶν καί τῆς βιβλιογραφίας σχετικά μέ τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου, κατέληξε σέ συμπεράσματα, τά ὁποῖα εἶναι πάρα πολύ σημαντικά.

Θά καταγραφοῦν στήν συνέχεια διότι μᾶς διευκολύνουν νά ἐντοπίσουμε ἐπιστημονικά καί νηφάλια τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφει:

«Σέ μιά γενική καί διαχρονική ἐκτίμηση αὐτῆς τῆς πραγματικότητας, θά μπορούσαμε νά συνοψίσουμε τήν πολιτική τῆς Κωνσταντινούπολης ὡς ἀκολούθως: 

α. Τήν πρωτοβουλία σέ ὅλες τίς περιπτώσεις προαγωγῆς κάποιας Σλαβικῆς Ἐκκλησίας τήν εἶχε ὁ αὐτοκράτορας· εἴχαμε καί περιπτώσεις προαγωγῆς μόνο ἀπό τόν αὐτοκράτορα καί χωρίς οὔτε τήν τυπική συμμετοχή τοῦ πατριάρχη (Πατριάρχης Δρήστρας, Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδας). 

β. Ἡ συμβολή τοῦ πατριάρχη σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις εἶχε χαρακτήρα τελετουργικό· περιοριζόταν στήν ἐκκλησιαστική ἐπικύρωση, μέ κάποιο συνοδικό Τόμο, αὐτῶν πού εἶχε προαποφασίσει ἡ «βασιλική σύγκλητος» ἤ ὁ «βασιλεύς». 

γ. Πρωτοβουλίες ἀνελάμβανε τό Πατριαρχεῖο στίς περιπτώσεις ἀφορισμοῦ, ὕστερα ἀπό κάποια αὐθαιρεσία τῆς σλαβικῆς πλευρᾶς, ἤ ἀποκατάστασης ὁμαλῶν σχέσεων μετά τήν ἄρση τῆς παρεξήγησης.

δ. Ἐνῶ ὑπῆρξαν περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἀγνοήθηκε τό Πατριαρχεῖο ἀπό μέρους τοῦ αὐτοκράτορα καί δέν ἔλαβε μέρος στήν προαγωγή κάποιας Ἐκκλησίας, σέ καμιά περίπτωση δέν ἀντικαταστάθηκε ἀπό ἄλλο Πατριαρχεῖο. Ἡ προαγωγή ὅλων τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν καί σέ ὅλο τό φάσμα τῆς ἐξέλιξής τους ὑπῆρξε ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινούπολης.

ε. Ἡ προαγωγή τῶν Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ὑπαγορεύτηκε οὔτε ὑπάκουσε σέ κάποιους κανόνες. Ὑποκινήθηκε πάντα ἀπό τήν πλευρά τῆς κοσμικῆς ἡγεσίας τῶν Σλάβων καί γι᾿ αὐτό θεωρήθηκε ἀπό τήν πλευρά τῆς Κωνσταντινούπολης προϊόν τῆς «ἀνωμαλίας τῶν καιρῶν».



στ. Ὡς προϊόν πίεσης καί συνδιαλλαγῆς εἶχε καί τήν ποικιλομορφία πού ἐπέβαλαν ἡ δύναμη τῆς πίεσης, ἡ ἀντοχή τῆς ἀντίστασης σ᾿ αὐτή τήν πίεση καί ἡ σημαντικότητα τοῦ ἐπιδιωκόμενου κατά τήν συνδιαλλαγή σκοποῦ· μεγαλύτερη πίεση ἤ μεγαλύτερη σπουδαιότητα ἐπιδιωκόμενων στόχων εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν παραχώρηση περισσότερων προνομίων, ὑψηλότερων τίτλων καί εὐρύτερη ἀναγνώριση τῆς συγκεκριμένης προαγωγῆς. Τό ἀντίθετο συνέβαινε ὅταν ἡ πίεση ἦταν μικρή καί ἡ δυνατότητα εὐρύτερης ἐκμετάλλευσης τοῦ γεγονότος ἀσήμαντη.

ζ. Ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε πάντα τήν εὐχέρεια, ὅταν ἡ δύναμή της καί οἱ καιροί τό ἐπέτρεπαν, νά ἐπανέρχεται καί νά ἐπανεξετάζει τήν σχέση της μέ τίς θυγατρικές Ἐκκλησίες, περιορίζοντας τά προνόμιά τους, ἐλέγχοντας τήν συμπεριφορά τους ἤ καί σέ μερικές περιπτώσεις καταργώντας πλήρως τήν αὐτονομία τους.

η. Σέ γενικές γραμμές, ἡ πολιτική τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἔναντι τῶν νέων Σλαβικῶν Ἐκκλησιῶν ἀποτελοῦσε ἀντιγραφή τῆς πολιτικῆς τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Θρόνου ἀπέναντι στούς γειτονικούς λαούς, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσαν ὑψηλούς τίτλους, προνόμια καί ἀνεξαρτησία. Ὅπως ἐκεῖ ὁ αὐτοκράτορας φρόντιζε νά παραχωρεῖ στούς ἡγεμόνες τους μικρότερης σημασίας τίτλους καί ἐπίθετα, ἐπιδιώκοντας πάντα νά κρατεῖ γιά τόν ἑαυτό του τόν ὑψηλότερο τίτλο καί νά συμπεριφέρεται ὡς ἐπικεφαλής τῶν ἄλλων ἡγεμόνων, ἔτσι καί ὁ πατριάρχης διατηροῦσε γιά τόν ἑαυτό του ὄχι μόνον τόν τίτλο τοῦ «Οἰκουμενικοῦ», ἀλλά καί στήν πράξη ὅλα τά προνόμια τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, πού ἀπέρρεαν ἀπό τή δύναμη καί ἐπιβολή τῆς Αὐτοκρατορίας».

Ἀπό ὅλη αὐτήν τήν παράθεση φαίνεται καθαρά ὅτι τό «Αὐτοκέφαλο», αὐτοδιοίκητο ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἐμφανίσεώς του εἶχε πάντοτε μιά μορφή ἐξάρτησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά καί ὅταν ἀργότερα μιά Τοπική Ἐκκλησία λάμβανε, μέ τήν πολιτική ἐπέμβαση, τό αὐτοδιοίκητο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διατηροῦσε βασικά προνόμια, δικαιοδοσίες καί πολλές φορές ἔκανε οὐσιαστικές παρεμβάσεις. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται σέ μιά μορφή ἀνεξαρτησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀλλά σέ μιά μορφή ἀλληλεξάρτησης ἀπό αὐτό.

4. Αὐτοκεφαλία καί αὐτοκεφαλαρχία

Γιά νά γίνη περισσότερο κατανοητή αὐτή ἡ ἄποψη καί γιά νά τονισθῆ ὅτι ἡ Αὐτοκεφαλία δέν διασπᾶ τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, καθώς ἐπίσης ὅτι δέν πρέπει μιά Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία νά λειτουργῆ διασπαστικά, θά ἤθελα νά σημειώσω τήν διάκριση μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας.

Τήν διάκριση αὐτήν τήν συνάντησα στόν Olivier Clement, ὁ ὁποῖος συνδέει πολύ στενά τήν αὐτοκεφαλία μέ τήν ἀλληλεξάρτηση, καί τήν αὐτοκεφαλαρχία μέ τήν ἀνεξαρτησία. Δηλαδή, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, στήν ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅπως ἦταν ὀργανωμένη στήν Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, τό Αὐτοκέφαλο λειτουργοῦσε σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, καθώς ἐπίσης τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν λεγομένη Πενταρχία, ἀφοῦ τά Πέντε Πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα λειτουργοῦσαν ὡς πέντε αἰσθήσεις στόν ἕνα καί ἑνιαῖο ὀργανισμό. Καί ὅπως μιά αἴσθηση στό ἀνθρώπινο σῶμα δέν ἀνεξαρτητοποιεῖται ἀπό τίς ἄλλες, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τίς ἐκκλησιαστικές διοικήσεις. Ὅμως ἡ αὐτοκεφαλαρχία λειτουργεῖ περισσότερο ὡς ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, πράγμα πού ὑπονομεύει τό συνοδικό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας.

Φαίνεται ὅτι στήν ἀρχαία παράδοση ἡ λεγομένη Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία εἶχε σχέση ἀλληλεξάρτησης μέ τήν Μητέρα Ἐκκλησία, τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως σήμερα λειτουργοῦν οἱ αὐτόνομες Ἐκκλησίες ἤ ἡ ἡμιαυτόνομη Ἐκκλησία τῆς Κρήτης. Δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης δέν μπορεῖ νά θεωρηθῆ ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία, ἀλλά τίθεται μέσα σέ μιά ἀλληλεξάρτηση μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Νέας Ρώμης – Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅμως τά πράγματα ἄρχισαν νά διαφοροποιοῦνται ἀπό τήν διάσπαση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐθνικιστικῶν διαφορῶν. Κάθε ἔθνος ἤθελε νά ἀποκτήση τήν δική του «ἐθνική Ἐκκλησία», ὁπότε δημιουργήθηκαν προβλήματα καί ἔτσι ἀναπτύχθηκε ἡ αὐτοκεφαλαρχία σέ βάρος τῆς αὐτοκεφαλίας, ἤ μᾶλλον τό Αὐτοκέφαλο θεωρήθηκε περισσότερο μέ τήν ἔννοια τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, τῆς ἀνεξαρτήτου, δηλαδή, Ἐκκλησίας καί ὄχι τῆς ἀλληλεξαρτημένης Ἐκκλησίας.

Ὁ Clement παρατηρεῖ ὅτι τόν 19ο αἰώνα ἡ ἀποδυνάμωση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐθνοτήτων «ὁδηγοῦν στόν πολλαπλασιασμό τῶν ἐθνικῶν κρατῶν στήν νοτιο-ανατολική Εὐρώπη».

Γράφει χαρακτηριστικά:

«Κάθε ἔθνος διεκδικεῖ καί ἐγκαθιδρύει αὐταρχικά –ἐκτός ἀπό τή Σερβία πού ἐπιτυγχάνει προηγουμένως τή συγκατάθεση τῆς Κωνσταντινουπόλεως– τήν ἐκκλησιαστική του ἀνεξαρτησία. Ἡ πολιτική καί ὁ ἐθνικισμός ἀνατρέπουν τήν παραδοσιακή κλίμακα τῶν ἀξιῶν: τό ἔθνος δέν προστατεύεται πιά καί δέν ὑποστηρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη πού ἀποβαίνει μιά διάσταση τοῦ ἔθνους, ἕνα σημεῖο ὅτι κάποιος ἀνήκει σ᾿ ἕνα ἔθνος, καί ἡ ὁποία ὀφείλει ἑπομένως νά ὑπηρετεῖ τό Κράτος.

Ἔτσι τό παραδοσιακό Αὐτοκέφαλον τείνει νά μετατραπῆ σέ αὐτοκεφαλαρχία ἀπόλυτη καί συνάμα ὁμογενή. ῎Οχι πιά ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ἀνεξαρτησία. Ἡ λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης ἀντιγράφει τήν ἀντίστοιχη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, καί οἱ ἐπίσκοποι γίνονται περίπου δημόσιοι ὑπάλληλοι.
Ἡ αὐτοκεφαλαρχία σχηματίζει σταδιακά τή θεωρία της, λέει πώς τό θεμέλιο τῆς ἐκκλησιολογίας δέν εἶναι ἡ εὐχαριστιακή ἀρχή, ἀλλά ἡ φυλετική καί ἐθνική ἀρχή. Ἡ “τοπική” Ἐκκλησία σημαίνει στό ἑξῆς τήν “ἐθνική” Ἐκκλησία, μέ παράλληλη ἐφαρμογή τῆς τριαδικῆς ἀναλογίας, καθώς τό “πρωτεῖο τιμῆς” γίνεται “ἰσότητα τιμῆς”».

Αὐτό κυρίως φαίνεται στόν Βαλκανικό χῶρο. Στήν ἀρχή τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο «διαφύλαξε τήν ὑπερεθνική παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας» κατά τόν Clement. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, καθώς τά σύνορα στήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία ὑποχωροῦσαν καί ἡ ἱεραποστολή προχωροῦσε πρός βορρᾶν, ἀναπτύχθηκε μιά ἰδιαίτερη δομή διοικήσεως ἡ λεγομένη «δομή κοινοπολιτείας» δηλαδή ἀναπτύχθηκαν «γύρω ἀπό τήν ἐπιβλητική μέσα στήν ἴδια της τήν κατάπτωση, Αὐτοκρατορία, καινούργια, πολιτικῶς ἀνεξάρτητα ἔθνη, ἀλλά πού οἱ Προκαθήμενοι τῶν εὐέλικτα αὐτόνομων Ἐκκλησιῶν τους ἐπικυρώνονταν, ἀκόμα καί ὁρίζονταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: πράγμα πού τούς ἐξασφάλιζε μιά πραγματική ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στούς τοπικούς μονάρχες. Μέσα σ᾿ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀτμόσφαιρα ἐμφανίσθηκαν στά Βαλκάνια οἱ πρῶτες “Αὐτοκεφαλίες” χωρίς ἐπιθετικότητα οὔτε κλείσιμο τῆς καθεμιᾶς στόν ἑαυτό της, ἀλληλεξαρτησίες μᾶλλον παρά ἀνεξαρτησίες».

Ὅμως, ἡ πραξικοπηματική ἀνακήρυξη τοῦ Αὐτοκεφάλου ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν συνδρομή καί ἔμπνευση ξένων δυνάμεων, καθώς ἐπίσης καί ἡ μίμηση αὐτῆς τῆς μορφῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπό τίς ἄλλες βαλκανικές χῶρες, κατά τό λουθηρανικό πρότυπο, «ἡ αὐτοκεφαλία δέν ἐννοεῖτο πιά ὡς ἀλληλεξάρτηση, ἀλλά ὡς πλήρης ἀνεξαρτησία. Ὁ πειρασμός πήγαινε πρός μιάν ἀπόλυτη αὐτοκεφαλαρχία».

Ἔτσι, λοιπόν, οἱ πολιτικές συνθῆκες ὁδήγησαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν Αὐτοκεφαλία ὡς ἀλληλεξάρτηση μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, «στήν δομή τῆς κοινοπολιτείας», μέ κατάληξη τήν μορφή τῆς αὐτοκεφαλαρχίας, δηλαδή τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, μέ τήν ἔννοια ὅτι τό ἔθνος προσδιορίζει τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἀπό Τοπική, βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, γίνεται Ἐθνική Ἐκκλησία, Ἐκκλησία ἑνός συγκεκριμένου Ἔθνους-Κράτους.

Πρέπει νά παρατηρήσω ὅτι τήν διάκριση πού κάνει ὁ Clement μεταξύ αὐτοκεφαλίας καί αὐτοκεφαλαρχίας τήν ἀντιλαμβάνομαι μέ τήν ἔννοια ὅτι ὡς Αὐτοκεφαλία ἐννοεῖται ἡ αὐτοδιοίκηση σ᾿ ἕνα σύστημα ἀλληλεξαρτήσεως τῶν Ἐκκλησιῶν γιά τήν ἑνότητά τους, μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὡς δέ αὐτοκεφαλαρχία ἐννοεῖται μιά τάση ὄχι μόνον αὐτοδιοίκησης, ἀλλά καί ἀνεξαρτητοποίησης ἀπό τήν Πρωτόθρονη Ἐκκλησία καί μάλιστα τήν Μητέρα τους Ἐκκλησία. Καί ἀπό ὅ,τι γνωρίζουμε μιά τέτοια τάση καλλιεργήθηκε ἀπό τόν πανσλαυισμό μέ σαφῆ πρόθεση μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀλλά τό ἴδιο ἐπιδιώχθηκε καί ἀπό τούς ποικίλους ἐθνικισμούς. Καί ἀπό αὐτό γίνεται φανερό ὅτι δέχομαι τόν ὅρο Αὐτοκεφαλία μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιολογική πρακτική, ὡς ἀλληλεξάρτηση καί ὄχι ὡς πλήρως ἀνεξάρτητη.

Σέ ἑπόμενο ἄρθρο μου θά παρουσιάσω τήν οὐσία καί τήν βάση τοῦ προβλήματος τῆς διαδικασίας χορηγήσεως τῆς Αὐτοκεφαλίας πού προκάλεσαν τά σύγχρονα γεγονότα. Κατά συνέπειαν, τά ὅσα γράφονται στό παρόν ἄρθρο εἶναι εἰσαγωγικά στό θέμα πού ἀπασχολεῖ αὐτόν τόν καιρό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.



24/10/2018

Σέ προηγούμενο ἄρθρο μου μέ τίτλο «Τό Αὐτοκέφαλο στήν Ἐκκλησία» ἔδωσα τά βασικά στοιχεῖα τί εἶναι Αὐτοκέφαλο καί πῶς αὐτό λειτουργεῖ μέσα στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μή καταλήξη οὔτε στό παπικό πρωτεῖο οὔτε στίς προτεσταντικές συνομοσπονδίες.

Μέ τό παρόν ἄρθρο μου, πού εἶναι συνέχεια τοῦ προηγουμένου, θά ἐπισημάνω τήν συζήτηση πού ἔγινε τά τελευταῖα χρόνια γιά τό πῶς χορηγεῖται τό Αὐτοκέφαλο, μέ ποιές προϋποθέσεις δίνεται καί βεβαίως θά παρουσιάσω τό ἀτελέσφορο αὐτῶν τῶν συζητήσεων καί πώς ἔτσι φθάσαμε στά σύγχρονα γεγονότα στήν Οὐκρανία, μέ τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

1. Τό κείμενο γιά τό «Αὐτοκέφαλον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ»

Ἕνα ἀπό τά θέματα τά ὁποῖα καθορίσθηκαν νά συζητηθοῦν καί νά ἐγκριθοῦν ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἀπό τήν Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη στήν Γενεύη τόν Νοέμβριο τοῦ 1976, ἦταν καί τό θέμα: «Τό Αὐτοκέφαλον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ», καί μάλιστα ἦταν τό δεύτερο θέμα κατά σειρά μετά τό θέμα τῆς «Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς».

Στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πού ἔγινε μεταξύ 7ης καί 13ης Νοεμβρίου 1993 ἐγκρίθηκε ἕνα κείμενο γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα. Ὅπως γράφεται στό κείμενο αὐτό, ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή «ἐξήτασε τάς ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς, ποιμαντικάς καί πρακτικάς διαστάσεις τοῦ θέματος τοῦ Αὐτοκεφάλου ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» καί κατέληξε σέ συμπεράσματα.

Τό κείμενο αὐτό ἀποτελεῖται ἀπό 4 ἄρθρα καί τά παραθέτω:

«1. Ὁ θεσμός τῆς Αὐτοκεφαλίας ἐκφράζει κατ’ αὐθεντικόν τρόπον μίαν ἐκ τῶν οὐσιαστικῶν ὄψεων τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογικῆς παραδόσεως περί τῆς σχέσεως τῆς τοπικῆς πρός τήν ἀνά τήν Οἰκουμένην Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. Ἡ βαθεῖα αὕτη σχέσις τοῦ κανονικοῦ θεσμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοκεφαλίας πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογικήν διδασκαλίαν περί τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ἐξηγεῖ τόσον τήν εὐαισθησίαν τῶν κατά τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν ὑφισταμένων προβλημάτων περί τήν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ, ὅσον καί τήν προθυμίαν αὐτῶν ὅπως συμβάλουν δι’ ἐκτενῶν εἰσηγήσεων εἰς τήν ἀξιοποίησίν του ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

2. Ἡ συνεπής πρός τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν ἀλληλοπεριχώρησις τοπικότητος καί οἰκουμενικότητος προσδιορίζει τήν λειτουργικήν σχέσιν μεταξύ τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, διό καί διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τήν θέσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Αὐτοκεφαλίας εἰς τήν ζωήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

3. Διεπιστώθη πλήρης συμφωνία ὡς πρός τούς ἀναγκαίους κανονικούς ὅρους διά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ Αὐτοκεφάλου τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας, ἤτοι ὡς πρός τήν συγκατάθεσιν καί τάς ἐνεργείας τῆς Ἐκκλησίας-μητρός, ὡς πρός τήν ἐξασφάλισιν πανορθοδόξου συναινέσεως καί ὡς πρός τόν ρόλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν λοιπῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κατά τήν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου. Συμφώνως πρός τήν συμφωνίαν ταύτην:

α) Ἡ Ἐκκλησία-μήτηρ, δεχομένη τό αἴτημα ὑπαγομένης εἰς αὐτήν ἐκκλησιαστικῆς περιοχῆς, ἀξιολογεῖ τάς ὑφισταμένας ἐκκλησιολογικάς, κανονικάς καί ποιμαντικάς προϋποθέσεις, πρός παροχήν τοῦ αὐτοκεφάλου. Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν ἡ τοπική Σύνοδος, ὡς ἀνώτατον ἐκκλησιαστικόν ὄργανον, παράσχει τήν συγκατάθεσιν αὐτῆς, ὑποβάλλει σχετικήν πρότασιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον διά τήν ἀναζήτησιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως, ἐνημερώνει δέ σχετικῶς τάς λοιπάς κατά τόπους αὐτοκεφάλους Ἐκκλησίας.

β) Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, κατά τά πανορθοδόξως καθιερωμένα, ἀνακοινοῖ διά Πατριαρχικοῦ Γράμματος πάντα τά σχετικά πρός τό συγκεκριμένον αἴτημα καί ἀναζητεῖ τήν ἔκφρασιν τῆς πανορθοδόξου συναινέσεως. Ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις ἐκφράζεται διά τῆς ὁμοφωνίας τῶν Συνόδων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.

γ) Ἐκφράζων τήν συγκατάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας-μητρός καί τήν πανορθόδοξον συναίνεσιν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τό αὐτοκέφαλον τῆς αἰτησαμένης Ἐκκλησίας διά τῆς ἐκδόσεως Πατριαρχικοῦ Τόμου. Ὁ Τόμος οὗτος ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Εἶναι ἐπιθυμητόν νά προσυπογράφεται καί ὑπό τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός.

4. Ἡ ἀνακηρυχθεῖσα Αὐτοκέφαλος τοπική Ἐκκλησία ἐντάσσεται ὡς ἰσότιμος εἰς τήν κοινωνίαν τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ἀπολαύει πάντων τῶν πανορθοδόξως καθιερωμένων κανονικῶν προνομίων (Δίπτυχα, Μνημόσυνον, Διορθόδοξοι σχέσεις κ.λπ.)».

Τό κείμενο αὐτό δείχνει τί εἶναι τό αὐτοκέφαλο, πῶς στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία ὑπάρχει ἀλληλοπεριχώρηση μεταξύ τοπικότητος καί οἰκουμενικότητος καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ διοικητικῆς ὀργανώσεως κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἐπίσης, φαίνεται ὅτι ἡ παράγραφος γ’ τοῦ ἄρθρου 3 ἦταν ἡ πλέον βασική, γιατί δείχνει τόν τρόπο ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου σέ μιά Τοπική Ἐκκλησία. Δηλαδή ἡ Τοπική Ἐκκλησία κάνει αἴτηση νά λάβη τό Αὐτοκέφαλο, ἡ Ἐκκλησία-μητέρα στήν ἐκκλησιαστική δικαιοδοσία τῆς ὁποίας ἀνήκει ἐκφράζει τήν συγκατάθεσή της, ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δίδουν τήν συναίνεση καί μετά ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνακηρύσσει ἐπισήμως τό Αὐτοκέφαλο στήν Ἐκκλησία πού τό ζήτησε. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀφοῦ προηγηθοῦν τά προηγούμενα στάδια ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐκδίδει τόν Συνοδικό Τόμο.

Ἐπί πλέον ἐκφράσθηκε ἡ ἐπιθυμία νά προσυπογράφεται ἀπό τούς Προκαθημένους ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὁπωσδήποτε ἀπό τόν Προκαθήμενο τῆς Ἐκκλησίας στήν ὁποία ἀνῆκε ἕως τότε ἡ Ἐκκλησία στήν ὁποία θά χορηγηθῆ τό Αὐτοκέφαλο, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς Ἐκκλησία Μητέρα.

Πρόκειται γιά μιά ἰσορροπημένη ἐκκλησιαστική ἀπόφαση πού δείχνει πῶς λειτουργεῖ τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὥστε τό αὐτοκέφαλο νά μή γίνη «κακοκέφαλο».

Στό τέλος ὅμως τοῦ κειμένου καταγράφεται μιά σημείωση: «Τό περιεχόμενον τῆς παραγράφου 3. γ) παρεπέμφθη πρός πληρεστέραν ἐπεξεργασίαν εἰς τήν ἑπομένην Διορθόδοξον Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν, ἥτις καί θά ἀναζητήσῃ τήν ἐπ’ αὐτῆς ἑνιαίαν θέσιν τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὁλοκληροῦσα οὕτω τό ἔργον αὐτῆς ἐπί τοῦ θέματος τούτου».

Τό κείμενο αὐτό ἦταν ἔργο τῶν Ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί θά ἔπρεπε νά ἐγκριθῆ ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ὅποτε αὐτή θά συνερχόταν.

2. Ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ Δεκεμβρίου 2009

Τήν Συνοδική περίοδο 2009-2010 ἤμουν μέλος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου καί μέ τήν ἰδιότητα αὐτή παρακολούθησα τήν πορεία τοῦ θέματος αὐτοῦ.

Συγκεκριμένα, τήν περίοδο ἀπό 9ης ἕως 17ης Δεκεμβρίου 2009 συνῆλθε στό Πατριαρχικό Κέντρο στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή γιά νά μελετήση τά θέματα πού ἐπρόκειτο νά συζητηθοῦν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, ἤτοι τό «Αὐτοκέφαλο», τό «Αὐτόνομο» καί τά «Δίπτυχα». Πρόκειται γιά σοβαρά ἐκκλησιολογικά ζητήματα πού ἀναφέρονται στήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ ἀείμνηστος Πρωτ. Στέφανος Ἀβραμίδης, Γραμματεύς τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Διορθοδόξων καί Διαχριστιανικῶν Σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού συμμετεῖχε ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Ἐπιτροπή αὐτή ὡς σύμβουλος, ἐνῶ μέλος ἦταν ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος, ὑπέβαλε Ἔκθεση τῶν Πεπραγμένων τῆς Διορθόδοξης αὐτῆς Προσυνοδικῆς Ἐπιτροπῆς στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο. Ἡ ἔκθεση αὐτή εἶναι ἀρκετά ἐνδιαφέρουσα, γιατί δείχνει τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Θά δοῦμε δύο σημεῖα ἀπό τήν Ἔκθεση αὐτή, πού φανερώνουν τό πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν Οὐκρανία.

α) Συζήτηση γιά τό θέμα

Ἤδη, ὅπως ἔχω σημειώσει πιό πάνω, ἡ παράγραφος 3γ’ παραπέμφθηκε ἀπό τήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη τοῦ 1993 νά συζητηθῆ σέ μιά ἑπόμενη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη.

Γιά τό θέμα αὐτό διεξήχθη ἐνδιαφέρουσα καί ἀποκαλυπτική συζήτηση στήν Προπαρασκευαστική Διάσκεψη τοῦ Δεκεμβρίου 2009. Δέν διαθέτω τά Πρακτικά τῆς Συνεδριάσεως αὐτῆς, ἀλλά ἔχω τήν Ἔκθεση τοῦ Γραμματέως π. Στεφάνου Ἀβραμίδη, πού κατέθεσε σέ ἐπίσημο κείμενό του στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο, καί νομίζω ὅτι θά ἀποδίδη τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.

Ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος (Περγάμου Ἰωάννης) Ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «ἀνέπτυξε τήν θέσιν τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου: ὅτι δηλαδή ἐφ’ ὅσον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξασφαλίζει τήν συναίνεσιν τῶν κατά Τόπους Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διά τῆς λήψεως ἐγγράφου συναινέσεώς τους, δύναται νά ὑπογράψῃ μόνος του τόν Πατριαρχικόν Τόμον».

Δηλαδή, ὁ Τόμος τῆς Αὐτοκεφαλίας θά ὑπογραφόταν ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀφοῦ θά προηγῆτο ἡ συναίνεση ὅλων τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. 
Στήν συνέχεια ἀκολούθησε συζήτηση μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Πρῶτος, ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ Ἰλαρίων (Ἐκκλησία Ρωσίας) «ἀνέπτυξε διά μακρῶν τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας: ὅτι ὅλοι οἱ Προκαθήμενοι πρέπει νά ὑπογράφουν τόν Τόμον τοῦ Αυτοκεφάλου ἤ τοὐλάχιστον “καί” ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ».



Αὐτό δείχνει ὅτι ἀμέσως ἐτέθη ἡ δεύτερη πρόταση, ἀντίθετη ἀπό τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Στήν οὐσία ἐτέθη τό θέμα τῆς μειώσεως τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως προβλέπεται ἀπό τούς Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, ἰδίως τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσες ἀκολούθησαν καί τῆς ὅλης Ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.

Ὁ Θεοφιλέστατος Καμπινεάνουλ Κυπριανός (Ἐκκλησία Ρουμανίας) «ἐξέφρασε τήν αὐτήν μέ τόν Σεβ. Βολοκολάμσκ θέσιν, τονίσας ὅτι οὕτως ἐξασφαλίζεται ἡ ὁμοφωνία καί ἡ Συνοδικότης. Καί ἐπρότεινε, νά προστεθῆ εἰδική παράγραφος προβλέπουσα τήν δυνατότητα μιᾶς Ἐκκλησίας νά προσφύγῃ εἰς πανορθόδοξον ὄργανον εἰς περίπτωσιν “ἀδικαιολογήτου ἀρνήσεως” τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός νά συγκατατεθῇ νά χορηγηθῇ Αὐτοκέφαλον. Ὄπισθεν τῆς προτάσεως αὐτῆς ἴσως ὑποκρύπτετο ἡ Ρουμανική διεκδίκησις δικαιοδοσίας ἐπί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Μολδαβίας».

Ἀκολούθως ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος Μητροπολίτης Περγάμου ἀντέτεινε, «ὅτι ὑπάρχουν πολλοί τρόποι ἐκφράσεως τῆς συνοδικότητος, τῆς ὁμοφωνίας καί τῆς ἑνότητος καί ἐξέφρασε τόν φόβον πού διατυπώνουν πολλοί, περί συνειδητῶν ἐνεργειῶν Ἐκκλησιῶν τινων διά μείωσιν τῶν προνομίων τῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας. Καί ἐτόνισεν, ὅτι ἄν ὑπογράψῃ μόνον ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου οὐδόλως ὑποβαθμίζεται ἡ πανορθόδοξος συναίνεσις, ἀφοῦ κατά τά ἤδη ἀποφασισθέντα θά πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νά ἔχῃ δοθῆ ἡ συναίνεσις πάντων τῶν προκαθημένων‧ καί φυσικά καί τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος) «ἀφοῦ ἀνεφέρθη εἰς τήν παγεράν ἀτμόσφαιραν πού ἐπεκράτει εἰς τήν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων, διά πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἀπέδειξε ὅτι τήν ὁμοφωνίαν δέν μποροῦν νά διασαλεύσουν “ὡρισμένοι φιλονεικοῦντες” (κατά τήν φράσιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καν. ΣΤ΄). Αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἐκήρυττον ὅτι τά πάντα ἀπεφασίζοντο ὁμοφώνως, παρά τό γεγονός ὅτι ποτέ δέν ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ὁμοφωνία‧ καί πάντοτε ἐκράτει ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν δεσμεύεται ἀπό καμμίαν προπαρασκευαστικήν διαδικασίαν, ἀπαιτοῦσαν λῆψιν ὁμοφώνων προτάσεων πρός αὐτήν, καί μπορεῖ νά φέρῃ τά πάνω κάτω».

Ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ «ὑπέμνησε ὅτι τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου τό Πατριαρχεῖον Μόσχας ἔλαβε κατόπιν ἀποφάσεως τῆς ἐνδημούσης ἐν Κ/πόλει Συνόδου! Μέ τό ἐπιχείρημα αὐτό ἤθελε νά ἐνισχύσῃ τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ὅτι τό Αὐτοκέφαλον πρέπει νά χορηγῆται ὑπό πανορθοδόξου σώματος».

Τότε ὁ Καθηγητής Φειδᾶς, πού ἦταν σύμβουλος στήν Γραμματεία «ἐπί τῆς Προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», «παρεμβαίνων εἰς τό σημεῖον αὐτό ἐτόνισεν ὅτι τό Πατριαρχικόν Ἀξίωμα ἐδόθη εἰς τόν Μόσχας ὑπό μόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμία. Αὐτοκέφαλος εἶχε ἀνακηρυχθῇ τότε ὁ Μητροπολίτης Μόσχας.

Στόν Μητροπολίτη Ἰώβ πρῶτα ἐδόθη τό Πατριαρχικό Ἀξίωμα καί μετά τό Αὐτοκέφαλον. Δηλαδή ἀποσαφηνίσθη ἡ θέσις τοῦ Πατριάρχου Μόσχας ἐν σχέσει πρός τόν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ θέσις του εἰς τό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν».

Πράγματι, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Καθηγητής ὑποστηρίζει σέ βιβλίο του, ἡ πατριαρχική τιμή καί ἀξία στόν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰώβ ἔγινε ὑπό τοῦ Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ τήν 26 Ἰανουαρίου 1589, κατά τήν θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος ὀνομάσθηκε «Πατριαρχεῖον».

Ὁ Πατριάρχης Ἱερεμίας μετά τήν ἐπιστροφή του στήν Κωνσταντινούπολη συνεκάλεσε ἐνδημοῦσα Σύνοδο (1590), στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἰωακείμ Ε΄ καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος Δ΄, γιά τήν ἔκφραση τῆς συναινέσεώς τους στήν ἀνακήρυξη τῆς πατριαρχικῆς τιμῆς καί ἀξίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας.

Ἐπειδή ὅμως τότε ὁ θρόνος τῆς Ἀλεξανδρείας τελοῦσε ἐν χηρείᾳ συνεκλήθη μετά τρία χρόνια μεγάλη ἐνδημοῦσα Σύνοδος (1593) γιά νά ἐκφρασθῆ καί ἡ συναίνεση καί τοῦ ἤδη ἐκλεγέντος καί χειροτονηθέντος Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Μελετίου Α΄ Πηγᾶ.

Ἔτσι, μέ τήν Ἐνδημοῦσα αὐτήν Σύνοδο ἔγινε ἀποδοχή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὡς Πατριαρχείου πού εἶχε χορηγηθῆ ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ μέ ἐπίδοση Πατριαρχικοῦ Χρυσόβουλου ἤ Τόμου τό 1589 στήν Μόσχα (Βλασίου Φειδᾶ, Ὁ θεσμός τῆς Πενταρχίας τῶν Πατριαρχῶν, Ἀθῆναι 2012, σελ. 343 καί ἑξῆς).

Ὁ Σεβασμιώτατος Βολοκολάμσκ «ὡσάν νά ἀπαντοῦσε εἰς τόν κ. Φειδᾶν εἶπε: Ὁ Πατριάρχης μας ποτέ δέν θά ἐξουσιοδοτήσῃ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην νά μιλήσῃ ἐκ προσώπου του!».

Ἐκδηλώθηκε σαφέστατα ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς πρώτου στό σύστημα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἄμεση ἀπάντηση ἔδωσε ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος:

«Ἐδῶ, διαπιστώνεται, ὅτι τίθεται θέμα ἐκκλησιολογικό. Αὐτά πού λέγατε ἐνισχύουν τάς ὑποψίας μας, ὅτι ὑπάρχει προσπάθεια ὑποβαθμίσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἔχει συντονιστικόν ἔργον καί δύναται νά ἐκφράζῃ τήν γνώμην ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί τό κάνει ἀφοῦ συνεννοηθῇ μέ τούς ἄλλους Προκαθημένους. Αὐτό δέν ἔχει καμμία σχέση μέ παπικά πρωτεῖα. Ὁ Πάπας ἐκφράζει τήν γνώμην του, δέν ἐρωτάει τούς ἄλλους. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ζητεῖ νά ἐξασφαλίσῃ τήν γνώμην τῶν ἄλλων καί αὐτήν ἐκφράζει».

Στό σημεῖο αὐτό λύθηκε ἡ Συνεδρία τῆς ἡμέρας ἐκείνης.

Ὁ π. Στέφανος Ἀβραμίδης συνεχίζει στήν Ἔκθεσή του:

«Καθ’ ὅλην τήν ἑπομένην ἡμέραν, παρά τήν ἔκκλησιν τοῦ Σεβ. Προέδρου νά μή μειωθῇ ἡ μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων συνέδρων ἀγάπη, αἱ συζητήσεις ἐπί τοῦ θέματος τοῦ ποιός ὑπογράφει τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου διεξήγοντο μέσα σέ ἕνα κλῖμα ἐντάσεων».

Ὁ Σεβασμιώτατος Πρόεδρος «ἐτόνισε ὅτι τό θέμα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἶναι βασικόν ἐκκλησιολογικόν θέμα ἐπί τοῦ ὁποίου δέν δύναται νά γίνῃ καμμία ὑποχώρησις ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».



Ἑπομένως, ἐτέθησαν δύο προτάσεις. Ἡ πρώτη πρόταση ἦταν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὅτι ὁ Τόμος Αὐτοκεφαλίας ὑπογράφεται ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἀφοῦ προηγηθῆ αἴτηση ἀπό τήν Ἐκκλησία πού θέλει τήν Αὐτοκεφαλία, συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, στήν ὁποία ἀνῆκε προηγουμένως καί συναίνεση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἡ δεύτερη πρόταση ἦταν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὅτι μέ τά ὅσα προηγοῦνται τῆς ἀνακήρυξης Αὐτοκεφάλου, ὁ Τόμος ὑπογράφεται ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.

Στήν ἔκθεση γράφεται:

«Μέ τήν θέσιν αὐτήν (δηλαδή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου) συνετάγησαν τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καί αἱ Ἐκκλησίαι Ἑλλάδος καί Ἀλβανίας», δηλαδή 6 Ἐκκλησίες μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

«Μέ τήν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας συνετάγησαν αἱ Ἐκκλησίαι Σερβίας, Ρουμανίας (διά τούς δικούς της λόγους), καθώς καί αἱ Ἐκκλησίαι Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, καί Τσεχίας καί Σλοβακίας», δηλαδή 7 Ἐκκλησίες μέ τό Πατριαρχεῖο Ρωσίας.

«Ὑπέρ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου ἀπό ὅλες τίς Ἐκκλησίες ἐτάχθη καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου».

Τελικά 6 Ἐκκλησίες συνετάγησαν μέ τήν πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί 8 Ἐκκλησίες συνετάγησαν μέ τήν πρόταση τοῦ Πατριαρχείου Ρωσίας.

Στήν συνέχεια ὁ Σεβ. Βολοκολάμσκ «ἐπρότεινε μίαν συμβιβαστικήν λύσιν: ὁ τόμος νά ὑπογράφεται ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου μέ μεγαλύτερα γράμματα καί ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ νά ὑπογράφῃ ὡς συναποφαινομένη ἤ συμμαρτυροῦσα.

Ὅμως ἡ πρότασις αὐτή δέν ἔγινε δεκτή, αἱ Ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐστήριζον τήν θέσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπέμενον, ὅπως ὁ Πατριαρχικός Τόμος ὑπογράφεται ὑπό μόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἐνῷ αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι ἐπέμεναν ὁ Τόμος νά ὑπογράφεται ἀπό ὅλους τούς Προκαθημένους τῶν κατά Τόπους Ἐκκλησιῶν καί ὄχι μόνον ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».

Στό σημεῖο αὐτό παρενέβη ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος (Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος), ὁ ὁποῖος τόνισε «ὅτι ἡ ἐπιμονή καί ἐμμονή ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά συνυπογράφουν ὅλοι οἱ προκαθήμενοι ἤ ἔστω ὁ Προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός δέν δείχνει ταπείνωσιν.

Ἀνεφέρθη εἰς τά προνόμια τοῦ πάπα Παλαιᾶς Ρώμης, καθώς καί στά ἴσα προνόμια καί πρεσβεῖα τοῦ Πατριάρχου τῆς Νέας Ρώμης. Ὑπενθύμισε δέ, ὅτι εἰς τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Μόσχας ρητῶς ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Πατριάρχης Μόσχας ὀφείλει νά ἀναγνωρίζῃ τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ὡς Πρῶτον. Καί ἄρα ὁ Μόσχας ἀθετεῖ βασικόν ὅρον ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου τοῦ ἐχορηγήθη τό αὐτοκέφαλον καί ἡ Πατριαρχική ἀξία».

Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος εἶχε δίκαιο, γιατί στό πατριαρχικό Χρυσόβουλο πού δόθηκε ἀπό τόν Πατριάρχη Ἱερεμία Β΄ στόν Μόσχας, μέ τό ὁποῖο ἀναγνωρίζεται Πατριάρχης, ὅσο καί στό Συνοδικό Γράμμα τοῦ 1590, μέ τήν συναίνεση τῶν Πατριαρχῶν Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων τονιζόταν «ἵνα ὡς κεφαλήν καί ἀρχήν ἔχῃ αὐτόν τόν ἀποστολικόν θρόνον τῆς τοῦ Κωνσταντίνου πόλεως, ὡς καί οἱ ἄλλοι Πατριάρχαι» (Βλασίου Φειδᾶ ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 363).

Σέ ἀπάντηση αὐτῶν πού εἶπε ὁ Σεβασμιώτατος Νικοπόλεως, ὁ Σεβ. Βολοκολάμσκ ἐπέμενε:

«Ἡ ὑπογραφή ὑπό τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου εἶναι conditio sine qua non (προϋπόθεσις ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ) διά τό Πατριαρχεῖον Μόσχας. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν νά ἀλλάξωμεν τήν ἀπόφασιν διά τό Αὐτοκέφαλον τῆς ἐν Ἀμερικῇ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (O.C.A.) καί εἰς οὐδεμία περίπτωσιν δεχόμεθα νά λείπῃ ἀπό τόν Τόμον τοῦ Αὐτοκεφάλου ἡ ὑπογραφή τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός».

Ὑπονομεύθηκε πλήρως τό κείμενο περί τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου, ἄν καί προβλεπόταν νά προηγηθῆ ἡ αἴτηση τῆς Ἐκκλησίας πού τό ἐπιζητεῖ, ἡ συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί ἡ συναίνεση ὅλων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν. Ἡ διαφορά πού προέκυψε φαίνεται στά ρήματα «προσυπογράφεται», «συνυπογράφεται» καί «ὑπογράφεται».

Δέν πρόκειται βέβαια γιά ἁπλά ρήματα, ἀλλά στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά μείωση τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί στήν πράξη ὅτι δέν ὑπάρχει πρῶτος στήν Ἐκκλησία.

Τήν ἑπομένη ἡμέρα, ἤτοι τήν 12η Δεκεμβρίου, μνήμη τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, μετά τήν θεία Λειτουργία στόν Ναό τοῦ Πατριαρχικοῦ Κέντρου, συνεχίσθηκε ἡ συζήτηση γιά τό ποιός ὑπογράφει τόν Πατριαρχικό Τόμο τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφεται στήν Ἔκθεση:

«Κατετέθη δέ πρότασις, νά τροποποιηθῆ ἡ παράγραφος 3γ καί ἀντί νά λέγη: “Εἶναι ἐπιθυμητόν νά προσυπογράφεται (ὁ Τόμος ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου) καί ὑπό τῶν Προκαθημένων τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-μητρός”, νά λέγῃ “…μάλιστα δέ ὑπό τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός” ὥστε νά ἐκφράζεται τό ἐπιθυμητόν καί ὄχι τό ὑποχρεωτικόν διά νά ἐξασφαλίζεται τό ὑπάρχον προνόμιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας ἐπέμεινεν ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον ὁ Τόμος νά συνυπογράφεται ὑπό τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός, (ὡς ἐσχάτη ὑποχώρησις), αἱ δέ Ἐκκλησίαι Ρουμανίας καί Πολωνίας ἀνέφερον, ὅτι ἡ πρότασις, ὁ Τόμος νά ὑπογράφεται ἀπό ὅλους τούς Προκαθημένους εἶναι ἀπόφασις ἀμετάκλητος δι’ αὐτάς».

Ἀφοῦ δέν ἔγινε ἀποδεκτή αὐτή ἡ συμβιβαστική πρόταση ὁ Σεβ. Πρόεδρος «παρετήρησεν ὅτι ἐφ’ ὅσον δέν προβλέπεται ἀπό τά μέχρι τώρα, νά ὑπάρξῃ ὁμοφωνία ἐπί τοῦ θέματος τούτου δέν ἔχομεν δικαίωμα νά δαπανῶμεν περισσότερον χρόνον ἐπ’ αὐτοῦ. Τό θέμα ἔληξε καί παραπέμπεται εἰς τήν προσεχῆ Προπαρασκευαστικήν Ἐπιτροπήν».

Στήν συνέχεια ἔγινε συζήτηση γιά τήν πρόταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας πού εἶχε ὡς ἑξῆς:

«Ὡς πρός τό θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, μέ σκοπόν τήν διατύπωσιν τῆς ἐπισήμου θέσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιθυμοῦμε νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἑξῆς ἐπισημάνσεις:

1) εἰς τήν περίπτωσιν ἀδικαιολογήτου ἀρνήσεως ἐκ μέρους μιᾶς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας-Μητρός, νά παράσχῃ τήν συγκατάθεσίν της νά ἀποκτήσῃ Αὐτοκέφαλον κάποιο τμῆμα τοπικῆς Ἐκκλησίας, τό θέμα αὐτό πρέπει νά παραπέμπεται πρός ἐπίλυσίν του εἰς μίαν ad hoc Πανορθόδοξον Σύναξιν (προκαθημένων ἤ ἐκπροσώπων των),

2) ἡ πρᾶξις διά τῆς ὁποίας παρέχεται τό Αὐτοκέφαλον εἰς μίαν τοπικήν Ἐκκλησίαν νά ὀνομάζεται ἁπλῶς “Τόμος” καί νά ὑπογράφεται ἀπό τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην καί ὅλους τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν».

Ἡ πρόταση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας ἀπαιτοῦσε νά γίνη προσθήκη στήν παράγραφο 3α τοῦ κειμένου πού εἶχε ἐγκριθῆ ἀπό τήν Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τοῦ 1993, πράγμα πού δέν προβλεπόταν νά γίνη στήν Προπαρασκευαστική αὐτή Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶχε ἁρμοδιότητα νά συζητήση μόνον τήν παράγραφο 3γ.



Στήν Ἔκθεσή του ὁ π. Στέφανος Ἀβραμίδης γράφει:

«Ἀκολούθησε συζήτησις περί τοῦ: ἄν καί κατά πόσον ἡ Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή μποροῦσε νά συζητήσῃ ἕνα τέτοιο θέμα. Καί ὡρισμένοι μέν -ἰδίως οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας- ἐθεώρησαν ὅτι τό θέμα ἦτο ἐκτός ἡμερησίας διατάξεως καί ὅτι εἶχε πλέον κλείσει ἡ συζήτησις ἐπί τῆς παραγρ. 3α τοῦ κειμένου τοῦ 1993, ἡ διατύπωσις τῆς ὁποίας εἶχε γίνῃ τότε ὁμοφώνως ἀποδεκτή. Ἄλλοι ὅμως συνεφώνησαν ὅτι τό θέμα δύναται νά συζητηθῆ ὡς σχετικόν καί ἐκφράζον τό Πανορθόδοξον ἐνδιαφέρον διά μίαν Πανορθόδοξον λύσιν. Ἀλλά καί πάλιν διαπιστώθηκε διαφωνία. Καί γενομένης ψηφοφορίας, ἄν δύναται νά συζητηθῇ τό θέμα, ἐννέα Ἐκκλησίαι ἐψήφισαν ναί, πέντε ὄχι!

Κατά τήν ἀκολουθήσασα συζήτησιν ἡ Ρωσσική ἀντιπροσωπεία ἐτάχθη κατηγορηματικῶς ἀντίθετη μέ τήν πρότασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, διότι ἐφαίνετο ἀναιροῦσα τό ὁμοφώνως δεκτόν γενόμενον, ὅτι τό αὐτοκέφαλον δέν χορηγεῖται ἄν δέν συγκατατεθῇ ἡ Ἐκκλησία-Μήτηρ.

Εἰς τό ἐπιχείρημα τοῦτο τῶν Ρώσων, ἡ Ρουμανική Ἐκκλησία ἀντέτεινε, ὅτι ἡ πρότασις δέν ἀπέβλεπε νά ἀναιρέσῃ τήν διαδικασίαν τῆς ἀνακηρύξεως Αὐτοκεφάλου, πού ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά ἀρχίζῃ μέ πρωτοβουλίαν τῆς Ἐκκλησίας-Μητρός, ἀλλά μόνον εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον μποροῦν αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι νά ἀναπτύξουν ἐνδιαφέρον διά ἄλλην Ἐκκλησίαν, πού θά ἐπιθυμεῖ νά λάβῃ Αὐτοκέφαλον. Ἐντός τοῦ πνεύματος τούτου ἐγένοντο δύο προτάσεις: τό θέμα νά παραπέμπεται ἤ εἰς τό Οἰκ. Πατριαρχεῖον, ἤ εἰς πανορθόδοξον Σῶμα, συγκαλούμενον ὑπό τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου. Εἰς τό σημεῖον αὐτό κατατέθη μετ’ ἐμφάσεως, ὅτι Ἐκκλησίαι τινές Ἐθνικαί, ἐπιζητοῦσαι Αὐτοκέφαλον, καί μή εὑρίσκουσαι κατανόησιν σκέπτονται νά ἀποχωρήσουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καί νά γίνουν οὐνιτικαί.

Εἰς τήν παρατήρησιν αὐτήν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Τσεχίας καί Σλοβακίας θέλων νά ὑποστηρίξῃ τήν θέσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶπε: “Ἐγώ φοβοῦμαι τόν ἐκβιασμό! Ὅποιος θέτει τήν ταυτότητά του ὑπεράνω τῆς πίστεως, ἀργά ἤ γρήγορα θά φύγη! Ἄν δέν εἶσαι εὐχαριστημένος πού εἶσαι ἐλεύθερος, νά φύγης καί νά πᾶς ὅπου θέλεις”!».

Τότε ὁ Σεβ. Νικοπόλεως εἶπε:

«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι δεκατέσσερα σώματα, ἀλλ’ ἕν σῶμα. Ἐδῶ οἱ συνομιλίαι μας ὁμοιάζουν μέ ἐκεῖνες τοῦ Χριστόφια μέ τόν Ταλάτ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καί ὑπάρχει διά τήν σωτηρίαν τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστός μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Καλός Ποιμήν, ὅταν πλανηθῇ καί φεύγῃ ἕνα πρόβατον ἀπό τά ἑκατόν, ἀφίνει τά ἐννενῆντα ἐννέα καί βγαίνει στά βουνά πρός ἀναζήτησιν τοῦ πλανηθέντος. Εἴμεθα ποιμένες -ἐκτός ἄν εἴμεθα μισθωτοί! Καί ἔχομεν καθῆκον νά φροντίζωμεν τά πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Διαμαρτύρομαι γιά αὐτό πού ἐλέχθη, δηλαδή “ἄν θέλουν ἄς φύγουν”! Τά πρόβατα εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Καί ἐμεῖς πρέπει νά σταυρώσωμεν τίς δικές μας ἐπιθυμίες. Ὅταν μιά Ἐκκλησία τελεῖ σαράντα χρόνια σέ σχίσμα, ἔχομεν χρέος νά παρέμβωμεν καί ὄχι νά ἀκολουθοῦμεν τήν “κατά φιλονεικίαν” γνώμην τοῦ ἑνός. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι Ο.Η.Ε. Δέν ἔχουν οἱ Ἐκκλησίες βέτο. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ σύνοδον καί αὐτή ἐπιβάλλει λύσιν διά τήν σωτηρίαν τῶν λογικῶν προβάτων. Ἀκόμη καί ἐπιτίμια. Τό θέμα εἶναι πνευματικόν, ὄχι νομικίστικον! Εἴμαστε ἀδελφοί! Καί δέν κάνει νά συμπεριφερόμεθα σάν ἐχθροί».

Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος ἔθεσε τόν δάκτυλο ἐπί τῶν τύπων τῶν ἥλων, ἐκφράζοντας τήν ἀλήθεια ὅτι ἠ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα καί ὄχι δεκατέσσερα ἀνεξάρτητα σώματα, κατά προτεσταντικό τρόπο!

«Κατόπιν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ὡς ἄνω πρότασις τῆς Ρουμανίας. Ἀλλά ἡ Ρωσική Ἐκκλησία προέβαλε βέτο! Ἔτσι ἡ πρότασις δέν ἐτέθη κἄν εἰς ψηφοφορίαν!».

Τό θέμα ἔχει καί συνέχεια.

Στήν Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Φανάρι 6-9 Μαρτίου 2014) μεταξύ τῶν ἀποφάσεων πού ἐλήφθησαν γιά τήν μέλλουσα νά συγκληθῆ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἦταν καί τά ἀκόλουθα:

«Τυγχάνει εὐκταῖον ὅπως τά εἰς προπαρασκευαστικόν στάδιον συζητηθέντα δύο θέματα, ἤτοι «Τό Αὐτοκέφαλον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ» καί «τά Δίπτυχα» συζητηθοῦν περαιτέρω ὑπό τῆς Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐάν ἐπιτευχθῆ ὁμοφωνία καί ἐπί τῶν δύο τούτων θεμάτων, ταῦτα θά παραπεμφθοῦν εἰς τήν Προσυνοδικήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τοῦ 2015 καί δι’ αὐτῆς εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον».

Ὅμως δέν ἐπετεύχθη ὁμοφωνία, γι’ αὐτό τά θέματα αὐτά δέν παρεπέμφθησαν στήν Σύνοδο τῆς Κρήτης. Ἔτσι, χάθηκε μιά εὐκαιρία γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Παρατηρῶ ὅτι γίνεται θεολογικός διάλογος μέ τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς γιά νά εὑρεθῆ τρόπος ἐπαναφορᾶς τους στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ὑπάρξη ἑνότητα μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Αὐτό κάνει τούς Ἑτεροδόξους νά καγχάζουν λέγοντας: «Νά βρῆτε ἐσεῖς τήν ἑνότητα μεταξύ σας καί τότε νά ἐπιχειρήσετε καί τήν ἑνότητα ὅλων τῶν ἄλλων Χριστιανῶν».

Ἔτσι, καί τό παπικό σύστημα διοικήσεως ἔχει πρόβλημα, λόγῳ τοῦ πρωτείου καί ἀλαθήτου τοῦ Πάπα, καί τό συνοδικό σύστημα ἔχει πρόβλημα ὅταν δέν ἀναγνωρίζεται ἕνας Πρῶτος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού δέν θά ἀσκῆ τά καθήκοντά του μέ παπική νοοτροπία, ἀλλά ὡς Πρῶτος πού θά ἐπικοινωνῆ μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες καί θά ἐξασφαλίζη τήν συναίνεσή τους. Σαφέστατα ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί τοῦ Πρώτου στό συνοδικό σύστημα διοικήσεως. Ἄν δέν ὑπάρχη ἕνας Πρῶτος, τότε καταλήγουμε στήν προτεσταντική συνομοσπονδία.

β) Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα

Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Στέφανος Ἀβραμίδης στό τέλος τῆς Ἐκθέσεως παραθέτει καί τίς παρατηρήσεις του καί τά συμπεράσματά του. Πρόκειται γιά ἕξι συμπεράσματα, τά ὁποῖα δείχνουν τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες ταλανίζονται ἀπό μία ἀκατανόητη μορφή αὐτονομίας καί μιά ἀντορθόδοξη νοοτροπία ἐθνοφυλετισμοῦ, σύμφωνα μέ τήν ὁποία προτάσσεται τό ἔθνος πάνω ἀπό τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Παραθέτω τά συμπεράσματα τοῦ π. Στεφάνου πού εἶναι ἀποκαλυπτικά, γιατί τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά γνωρίζη αὐτήν τήν κατάσταση γιά νά κάνη τήν διάκριση μεταξύ τοῦ ἐσωτερικοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως παρουσιάζεται ἀπό τούς Ἀποστόλους καί Πατέρας, καί τῆς ἐθνικιστικῆς ἐμπαθοῦς νοοτροπίας μερικῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Γράφεται στήν Ἔκθεση ὡς Παρατηρήσεις-Συμπεράσματα:

«1. Ἄν κανείς θελήσει νά ἐκτιμήσει καί ἀξιολογήσει τά ἐν Γενεύῃ εἰς τήν Προπαρασκευαστικήν Διάσκεψιν ἀπό 9 – 17 Δεκεμβρίου 2009 διά τήν προετοιμασίαν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, θά πρέπει νά ὁμολογήσῃ ὅτι ξεκίνησε, συνεχίσθηκε καί ἔκλεισε μέσα σέ ἕνα πνεῦμα ὄχι ἁπλῶς ψυχρότητος, ἀλλά κατά κυριολεξία παγερότητος καί παγωνιᾶς. Τό 1993, δηλαδή πρό 16 ἐτῶν εἶχε διακοπῆ ὑπό θλιβεράς συνθήκας ἡ τότε Συνδιάσκεψις χωρίς ἐλπίδα. Κατά ἄκρα μακροθυμία ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐδέχθη νά συνεχισθοῦν κατά τό ἤδη παρελθόν ἔτος 2009.

2. Τίποτε στήν Συνδιάσκεψη αὐτή δέν ἐνθύμιζε πνεῦμα Χριστοῦ, ἀγάπη, Ἐκκλησία, Πεντηκοστή. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν σεβάσμιοι ἱεράρχες ἀγωνίζονταν, ἤ παραταξιακά χωρισμένοι σέ δύο μπλόκ (τῶν ὑπερμάχων τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῶν πολεμίων του) ἤ μέ ἀγωνία νά ξεπερασθῇ αὐτό τό ψυχοφθόρον καί καταλυτικόν τῆς ἔννοιας τῆς Ἐκκλησίας πνεῦμα, πού ἔχει εἰσέλθη εἰς τά ἀνώτερα κλιμάκιά της καί σιγά-σιγά μεταβάλλεται σέ ἰδεολογική ταυτότητα τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Μάτην ἠκούσθησαν κραυγαί ἀγωνίας.

3. Αἰτία τοῦ κακοῦ ὑπῆρξε ἡ, εἴτε κατά παγίδευσιν, εἴτε ἄλλως πως, εἰσαχθεῖσα εἰς τόν τρόπον προετοιμασίας μέθοδος τῆς λήψεως ἀποφάσεων κατά πλήρη καί ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Ἡ ἀρχή φαίνεται ἀπολύτως ὀρθή. Ὅμως δέν εἶναι. Ἀφοῦ δέν ἐλήφθη ποτέ, εἰς καμμίαν Σύνοδον καμμία ἀπόφασις οὔτε γιά διατύπωσιν δόγματος, οὔτε γιά λύσιν κανονικοῦ προβλήματος μέ ἀπόλυτον ὁμοφωνίαν. Καί ἤδη ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος προειδοποιεῖ καί μέ τόν ΣΤ΄ Κανόνα νομοθετεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τήν ψῆφον τινῶν, δύο ἤ τριῶν, πού “φιλονεικοῦντες”, δηλαδή ἀντίθετα πρός τίς ἐπιταγές τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Εὐαγγελικῆς ἀγάπης σκεπτόμενοι καί ἐνεργοῦντες, προκαλοῦν ταραχήν καί τραύματα εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ὄχι μόνον νά καταφρονοῦνται, ἀλλά καί νά ἐπιτιμῶνται.
Καί παρετηρήθη, ὅτι μέ προπέτειαν καί ἐλαφράν καρδίαν ὑποτιμῶντο ἀρχές πού ἐπρυτάνευαν ἐντελῶς ἀδιαμφισβήτητες εἰς τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας περισσότερα ἀπό 1500 χρόνια!

4. Ὅπως ἀναφέραμε ἀνωτέρω, διεφάνη ὁλοκάθαρα ὅτι ὑπάρχουν δύο “μπλόκ” μέσα στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες: Τό “μπλόκ” ὑπέρ τῶν δικαίων προνομιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τό “μπλόκ”, τό ὁποῖον θέλει νά μειώσῃ, καί εἰ δυνατόν, νά καταργήσῃ τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, παρά τό γεγονός ὅτι ἰσχυρίζεται τό ἀντίθετον. Εἰς τό πρῶτον ἀνήκουν ὅλα τά πρεσβυγενῆ Πατριαρχεῖα, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἐκκλησία Ἀλβανίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἄν καί αὐτή διαφοροποιήθη, ὅσον ἀφορᾷ τό θέμα τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Τόμου τοῦ Αὐτοκεφάλου. Εἰς τό δεύτερον “μπλόκ”, ἡγέτις εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας συνεπικουρουμένη ὑπό τῶν Ἐκκλησιῶν Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας καί Τσεχίας. Ἡ πώλωσις αὐτή δυσκολεύει καί θά δυσκολεύσῃ ὄχι μόνον τήν πορείαν πρός τήν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀλλά καί κάθε ἄλλην πανορθόδοξον συνεργασίαν καί προσπάθειαν.

5. Ἰδιαιτέρως αἰσθητή ὑπῆρξεν ἡ ἀντίθεσις τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Βολοκολάμσκ κ. Ἰλαρίωνος πρός τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Τοῦτο ἄλλωστε ἦτο ἀναμενόμενον, ἀφοῦ οὗτος δέν ἔπαυσε ποτέ εὐκαίρως-ἀκαίρως, τόσον εἰς τό Βελιγράδι, ὅσον καί εἰς τόν διάλογον μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς, νά δράττεται πάσης εὐκαιρίας νά τονίζῃ ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν εἶναι “Πάπας τῆς Ἀνατολῆς” καί ὅτι οὐδεμίαν ἐξουσίαν κατέχει ἐντός τοῦ σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί ὅτι οὐδέποτε ὁ Πατριάρχης Μόσχας θά τόν ἐξουσιοδοτήσῃ νά ἐκφράσῃ γνώμην του! Παρόμοια ἦτο καί ἡ στάσις τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρουμανίας, Θεοφ. Ἐπισκόπου Καμπινεάνολ κ. Κυπριανοῦ ἄν καί ὄχι τόσο ἐμφανής.

Ἐντύπωσιν προεκάλεσεν ἡ στάσις τοῦ Ἐκπροσώπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, Σεβ. Μητροπολίτου Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλοχίου, ἡ ὁποία, παρά τόν προβαλλόμενον τάχα “φιλελληνισμόν” τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, εἰς ὅλα σχεδόν, ἦτο εὐθυγραμμισμένη μέ τάς θέσεις τῆς Μόσχας.

6. Τέλος τό γεγονός, ὅτι μεταξύ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὑπῆρξαν ἀρκετοί πρώην ὑπότροφοι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Μαυροβουνίου κ. Ἀμφιλόχιος, ὁ Σεβ. Ἀχρίδος κ. Ἰωάννης, ὁ Θεοφ. Ἐπίσκοπος Καμπινεάνολ κ. Κυπριανός, ὁ Θεοφ. Γεωργιανός Ἐπίσκοπος κ. Μελχισεδέκ, ὁ Θεοφ. Πολωνός Ἐπίσκοπος Σιεματίτσε κ. Γεώργιος, εἰς οὐδέν ὠφέλησε τάς διεκδικήσεις τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου. Οὗτοι οὐδεμίαν φιλελληνικήν στάσιν ἐτήρησαν. Τό μόνον πού κατάφεραν, ἦτο νά ὁμιλήσουν ἐναντίον τῶν θέσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς ἄπταιστα ἑλληνικά».
Οἱ παρατηρήσεις αὐτές τοῦ π. Στεφάνου Ἀβραμίδη εἶναι ἐνδεικτικές τῆς ἀτμόσφαιρας πού ἐπικρατοῦσε στήν Προπαρασκευαστική αὐτή διάσκεψη, ἀλλά καί τό κλίμα πού ἐπικρατεῖ στίς σχέσεις μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.



Ὅταν διαβάση κανείς προσεκτικά τίς πιό πάνω παρατηρήσεις, λέξη πρός λέξη, τότε θά καταλάβη ὅλο τό σύγχρονο πρόβλημα πού ἀνέκυψε μέ τήν διαδικασία ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας στήν Οὐκρανία. Ὅταν ἀμφισβητῆται ὁ ρόλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πού καθιερώθηκε ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί σεβάσθηκε ἡ παράδοση ὅλων τῶν αἰώνων, τότε δέν μπορεῖ νά λυθῆ κανένα πρόβλημα στήν Ἐκκλησία.

Αὐτός εἶναι ὁ βασικός λόγος γιά τόν ὁποῖον στήν σύνταξη τῶν κειμένων ἐπικρατεῖ ἡ διπλωματική γλώσσα, προκειμένου νά ἐπέλθη ὁμοφωνία. Ἀλλά μέ διπλωματικές λέξεις καί κρυφά νοήματα δέν μπορεῖ νά ἐπικρατήση ἐκκλησιαστική ἑνότητα.

Πρέπει δέ νά σημειωθῆ ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης δέν ἐνεργεῖ ὡς «Πάπας τῆς Ἀνατολῆς». Ἄλλωστε ὁ ἴδιος πολλές φορές ἔχει διακηρύξει ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν ἔχουμε Πάπα. Ἀλλά τό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας λειτουργεῖ βάσει τῶν ἱερῶν Κανόνων, πού σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά Πρωτόθρονη Ἐκκλησία, πού ἔχει συντονιστικό καί καθοριστικό ρόλο.

3. Τελικό συμπέρασμα

Ὕστερα ἀπό ὅσα ἀναφέρθησαν φαίνεται ὅτι τελικά δέν συμφωνήθηκε νά παραπεμφθῆ τό κείμενο περί τοῦ Αὐτοκεφάλου καί τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεώς του στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο.

Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶχαν δεχθῆ νά ἀνακηρύσσεται μία Ἐκκλησία Αὐτοκέφαλη μετά ἀπό αἴτησή της, συγκατάθεση τῆς Μητρός Ἐκκλησίας ἀπό τήν ὁποία ἀποσπᾶται καί τήν συναίνεση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως τό δέχθηκαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες. Ἐπίσης, μερικές Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν καί συμβιβαστικές προτάσεις χωρίς νά προσβάλλονται τά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Σαφῶς φαίνεται ὅτι μέ τίς τακτικές αὐτές ὑπονομεύονται τά κανονικά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως καθορίσθηκαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, ἐπειδή ἐμφιλοχώρησε ἡ θεωρία περί «Τρίτης Ρώμης».

Ἄν συμφωνοῦσαν ὅλες οἱ Ἐκκλησίες νά παραπεμφθῆ τό κείμενο τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο γιά ἔγκριση, ὅπως εἶχε ἐγκριθῆ ἀπό τό 1993, σήμερα δέν θά βρισκόμασταν στήν κατάσταση αὐτήν. Προφανῶς, ἀφοῦ δέν ἐγκρίθηκε τό κείμενο περί ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτοκεφάλου, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐφήρμοσε τήν πρακτική μέ τήν ὁποία οἱ Ἐκκλησίες τά νεώτερα χρόνια ἀπέκτησαν τήν Πατριαρχική ἀξία καί τιμή, δηλαδή μέ Πατριαρχικούς Τόμους, μέ τήν προϋπόθεση νά ὁλοκληρωθῆ αὐτή ἡ διαδικασία στήν Μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδο.

Τελειώνοντας πρέπει νά ὑπογραμμισθῆ, ὅτι παρά τά προβλήματα πού ὑπάρχουν στόν ἐξωτερικό χῶρο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ καί κοινωνία θεώσεως, ὅπως καταγράφεται στίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, μέ τούς ὅρους καί τούς κανόνας. Ἄν τηροῦμε τά δόγματα καί τούς κανόνες τότε θά ἐπικρατῆ ἡ ἑνότητα στήν Ἐκκλησία.

Πάντως, στίς συζητήσεις πού ἔγιναν στήν Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Ἐπιτροπή τόν Δεκέμβριο τοῦ 2009 στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης φαίνεται καθαρά γιατί φθάσαμε στίς σύγχρονες διενέξεις καί ποιός εὐθύνεται γι’ αὐτό.

Αἰωνία νά εἶναι ἡ μνήμη τοῦ Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου, ὁ ὁποῖος μέ τίς γνώσεις του καί τό ἐκκλησιαστικό του φρόνημα ἐκπροσώπησε κατά τόν καλύτερο τρόπο τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος στήν Προπαρασκευαστική αὐτή Πανορθόδοξη Διάσκεψη, πού δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σέβεται τά κανονικά θέσμια.

Ἐπίσης, αἰωνία ἡ μνήμη καί τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Ἀβραμίδη, ὁ ὁποῖος κατέγραψε μέ εὔστοχο τρόπο τά ὅσα συνέβησαν στήν Διάσκεψη αὐτή, καί τό κείμενό του ἀποτελεῖ ἱστορικό ντοκουμέντο, πού ἑρμηνεύει τό θέμα πού ἀνέκυψε στίς ἡμέρες μας



σσ.theodromion.gr :  Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση.
Στείλτε στο theodromion@gmail.com  άρθρα, ιστορικά Ιέρων Ναών -Μοναστηριών
βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με
τους Αναγνώστες μας.

Αν σας Άρεσε κοινοποίησετο η γράψετε το σχόλιο σας ακριβώς από κάτω από την ανάρτηση μας

14Shares
Like
error: Ευχαριστούμε