της Βασιλικής Παππά : H Ιστορία και η δράση της Ιεράς Μονής Σωτήρος Δουσίκου ή Αγίου Βησσαρίωνος Τρικάλων

  1. Τοποθεσία

Η ανδρική μονή του Σωτήρος ή Αγίου Βησσαρίωνος ή Δουσίκου είναι άβατη και βρίσκεται ανατολικά του όρους Κόζιακα (υψ. 650 μ.) κοντά στο ομώνυμο χωριό Άγιος Βησσαρίων (πρώην Δούσικο) σε απόσταση 25 χλμ. από την πόλη των Τρικάλων.

  1.  Οι κτήτορες της μονής

Κτήτωρ της μονής Δουσίκου είναι ο μητροπολίτης Λαρίσης Βησσαρίων Β΄. Ο μητροπολίτης Λαρίσης Βησσαρίων Β΄, υπήρξε ένας από τους διαπρεπέστερους ιεράρχες της Θεσσαλίας, με ευρύ και σπουδαίο θρησκευτικό και κοινωνικό έργο, με βαθειά ανταπόκριση και ακτινοβολία στη λαϊκή ψυχή, κατά τους δύσκολους εκείνους καιρούς της Τουρκοκρατίας (α΄ μισό του ΙΣΤ΄ αι.).

      Ο μητροπολίτης Λαρίσης Βησσαρίων Β΄[1] γεννήθηκε στην Πόρτα-Παναγιά των Τρικάλων γύρω στα 1490. Οι ευσεβείς και φιλόθρησκοι γονείς του «εξ απαλών ονύχων» του μετέδωσαν την ευσέβεια και τη βαθειά πίστη τους στο Θεό. Έτσι από πολύ μικρός εξεδήλωσε την κλίση του προς το μοναχισμό και έθεσε σκοπό της ζωής του να ενδυθεί το αγγελικό σχήμα και να αφιερωθεί στην Εκκλησία. Ήδη στην ηλικία των δέκα μόλις χρόνων, αφού είχε μάθει τα στοιχειώδη γράμματα, γύρω στο έτος 1500, έφυγε από το σπίτι του, προκειμένου να εκπληρώσει την επιθυμία του, με την συγκατάθεση και τις ευχές των γονέων του και πήγε και έγινε υποτακτικός στον τότε μητροπολίτη Μάρκο (1499).

      Ο μητροπολίτης Μάρκος, όπως και οι προκάτοχοί του, ήδη από τα μέσα του ΙΔ΄ αιώνα, είχαν εγκαταλείψει την έδρα τους την Λάρισα, διότι η πόλη αυτή είχε καταστεί έρημη και ακατοίκητη από Χριστιανούς, και είχαν μεταφερθεί και εγκατασταθεί στα Τρίκαλα[2].

      Αργότερα ο Λαρίσης Μάρκος χειροτόνησε τον Βησσαρίωνα διάκονο, πρεσβύτερο και στη συνέχεια γύρω στο έτος 1516/17, επίσκοπο στη χηρεύουσα θέση της αρχιεπισκοπής Δομενίκου και Ελασσόνος. Όμως λαός και κλήρος της περιοχής δεν δέχθηκαν τον Βησσαρίωνα ως ποιμενάρχη τους, με την πρόφαση «ότι ην ποτέ τιμηθέν εις αρχιεπισκοπήν το τούτων πόλισμα»[3]. Ζήτησαν τότε από τον οικουμενικό πατριάρχη [Θεόληπτο Α΄, μέσα 1513-τέλη 1522] και τους διόρισε επίσκοπο κάποιον ονομαζόμενο Νεόφυτο, ο οποίος μετά τον θάνατό του βρέθηκε «άλυτος» και «τυμπανιαίος».

      Ο Βησσαρίων, μετά την αποπομπή του (ήταν τότε 27 χρόνων), χωρίς καθόλου να δυσανασχετήσει για τη συμπεριφορά των Ελασσονιτών απέναντί του, ήρεμος και γαλήνιος, επέστρεψε πάλι στον πνευματικό του πατέρα, τον μητροπολίτη Λαρίσης Μάρκο, κοντά στον οποίο, στα Τρίκαλα έμεινε ακόμη ως «πρώην Ελασσόνος» πια, για μια τετραετία (1516/17-1521), «θεραπεύων κατά πάντα τους προσμένοντας εν τη εκκλησία πτωχούς τε και ασθενείς»[4].

      Γύρω στα 1521, που πέθανε ο έξαρχος Σταγών Νικάνωρ, ο Βησσαρίων διορίστηκε στη θέση αυτή, του εξάρχου Σταγών, όπου παρέμεινε επί εξαετία (1521-1527).

      Μετά το θάνατο του Μάρκου Λαρίσης (τέλη 1526/ αρχές 1527), λαός και κλήρος της μητροπόλεως ζήτησαν και ψήφισαν ως ποιμενάρχη τους τον ενάρετο και δραστήριο, τέως Ελασσόνος Βησσαρίωνα, ο οποίος τον Μάρτιο του 1527 «μετατέθηκε» και εγκαταστάθηκε στο μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας από τον τότε οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Α΄(31 Δεκ. 1522-13 Ιαν. 1546).

      Ο Βησσαρίων και μετά την άνοδό του κατά το έτος 1527 στο μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας κατείχε παράλληλα (μέχρι τον Αύγουστο του 1529) και την επισκοπή Σταγών, όπως γίνεται φανερό από τη διαθήκη του έτους 1545, των αδελφών ιερομονάχων Ιωάσαφ και Μαξίμου, κτητόρων της Μονής Ρουσάνου των Μετεώρων, όπου αναφέρεται «…του δε κατά καιρόν θεοφιλεστάτου επισκόπου Σταγών πρό χρόνων πολλών το κοινόν λειτουργήσαντος χρέος και της επισκοπής αυτής υστερουμένης ούσης πνευματικού ποιμένος και προστάτου, ο της Λαρισσαίων αρχιερατεύων τότε αγιωτάτης μητροπόλεως, ο πανιερώτατος μητροπολίτης κυρ Βησσαρίων, ταύτην δεσποτικώς εκυβέρνει τε και διίθυνε»[5].

      Όταν τον Απρίλιο του 1527, εκλέχτηκε μητροπολίτης Λαρίσης, εγκαταστάθηκε πάλι στα Τρίκαλα, όπου είχε μεταφερθεί η μητροπολιτική έδρα της Λάρισας, αλλά για δύο και περισσότερα χρόνια (Απρ. 1527-Αύγ. 1529) εξακολούθησε, ως «τοποτηρητής» πλέον, να κατέχει και την επισκοπή Σταγών. Για την πλήρωση της κενής έδρας της με τον κατάλληλο ποιμενάρχη, τον Αύγ. του 1529, φρόντισε ο ίδιος προσωπικά «Επισκόπους δε καθίστη ου τους τυχόντας, αλλ’ όσους αν τη αυτού γνώμη συνηγόρους εώρα, τη φιλαδελφία προσέχοντας, ώστε ουδένα τούτων λογίζεσθαί τι ίδιον, αλλ’ άπαντα κοινά…»[6]. Έτσι ο Βησσαρίων συμπλήρωσε και στην επισκοπή  Σταγών οκταετή (1521-1529) ποιμαντορία, ως «έξαρχος» αρχικά και ως «τοποτηρητής» στη συνέχεια.

      Ως ιεράρχης γενικότερα επετέλεσε σημαντικότατο έργο ποιμαντικό και κοινωνικό-φιλανθρωπικό, με το οποίο κέρδισε τις καρδιές των χριστιανών της περιοχής του. Φρόντισε για την προστασία και ανακούφιση όλων των ενδεών της περιφέρειάς του, γυμνών, φτωχών και πεινασμένων, «Αλλ’ ούτω μέν απάσας τάς εντολάς, ων την πλήρωσιν απαιτησόμεθα εν ημέρα κρίσεως, κατ’ ιδίαν διήλθε· πεινώσι και διψώσιν επαρκέσας, ξένους συναγαγών, γυμνούς περιβαλών, ασθενούντας επισκεψάμενος, τοις εν φυλακή προσελθών…Πλήθος αιχμαλώτων ην παρά των εχθρών επαγόμενον του σταυρού και τη πόλει ενδημήσαν· και δή κατακλάται την ψυχήν επ’ αυτούς και ιδίαν ποιείται την συμφοράν· και ου μόνον δύο ή τρείς ή τέσσαρας εξωνείται, αλλά δεκαπλασίως τοσούτους»[7].

      Χρηματοδότησε επίσης και με προσωπική του πρωτοβουλία και επίβλεψη, κατασκεύασε δύσκολα κοινωφελή έργα, όπως την περίφημη γέφυρα του Κοράκου στον Ασπροπόταμο (Αχελώο) και το γεφύρι του Πορταϊκού ποταμού, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, κοντά στη γενέθλια πόλη του, την Πόρτα-Παναγιά ή Πύλη.

      Για την πνευματική και σωματική του άσκηση αλλά και για την ψυχική του σωτηρία ο Βησσαρίων έκτισε εκ βάθρων, στα ερείπια της παλαιάς ομώνυμης βυζαντινής μονής, συνεπικουρούμενος από τον αυτάδελφό του Ιγνάτιο, επίσκοπος Καπούας και Φαναρίου (πριν από το 1527-Ιούλ. 1534), τη Μονή του Σωτήρος των Μεγάλων Πυλών, την επιλεγόμενη Δουσίκου, της οποίας αναδείχθηκε έτσι ο νέος κτήτορας και κραταιός προστάτης.

      Όπως ο ίδιος σημειώνει σε μια από τις τρεις διαθήκες του (που φυλάσσονται στο αρχείο της μονής), γραμμένη στα 1534/35, η ανέγερση της μονής άρχισε απ’ αυτόν μετά το διορισμό του στη θέση του μητροπολίτη της Λάρισας, είχε δε αποπερατωθεί όταν έγραφε τη διαθήκη εκείνη. Άρα η ανέγερση της Μονής Δουσίκου από τον Βησσαρίωνα έγινε μεταξύ των ετών 1527 (που ανήλθε στο μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας) και 1534/35.

      Το καθολικό της μονής, ο ναός του Σωτήρα των Μεγάλων Πυλών, που έκτισε, μεταξύ των ετών 1527 και 1534/35 ο Βησσαρίων Λαρίσης, συνεπικουρούμενος από τον αδελφό του, επίσκοπο Καπούας και Φαναρίου Ιγνάτιο, ανεγέρθηκε πάλι εκ βάθρων μεγαλοπρεπέστερο και επιβλητικότερο, όπως βεβαιώνουν το συναξάριο του Παχωμίου Ρουσάνου και οι επιγραφικές μαρτυρίες από τον ανεψιό του Βησσαρίωνος και νέο κτίτορα Νεόφυτο Β΄ Λαρίσης (Ιουν. 1550-1568/69), πρώην επίσκοπο Σταγών (1537/38) πρώτη μνεία· Ιουν. 1550, προαγωγή σε μητροπολίτη Λαρίσης).

      Το Νοέμβριο του 1557, όπως μαρτυρεί η κτιτορική επιγραφή του καθολικού, είχε αποπερατωθεί οπωσδήποτε, σε όλες τις λεπτομέρειες όχι μόνο η ανοικοδόμηση του καθολικού από τον Νεόφυτο, αλλά και η αγιογράφησή του: «Ανηγέρθη εκ βάθρων και ανιστορήθη παρά κυρού Νεοφύτου του αυτών ανεψιού».

      Η οικογένεια του Βησσαρίωνος, όπως συνάγεται από τα κείμενα και τις πηγές, συνδέθηκε ιδιαίτερα με τη Μονή Δουσίκου, με μεγάλη προσφορά στην Εκκλησία, αφού πολλά μέλη της (αδέλφια και ανίψια του) υπήρξαν αρχιερείς, μοναχοί ιερομόναχοι και μοναχές. Ο αδελφός του Ιγνάτιος ήταν επίσκοπος Καπούας και Φαναρίου, ενώ ο ανεψιός του Νεόφυτος, πρώην επίσκοπος Σταγών, ανήλθε κι αυτός στο μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας. Οι γονείς του Νεοφύτου περιβλήθηκαν, μετά το γάμο τους, το μοναχικό σχήμα και είναι γνωστοί ως μοναχοί (κωδ. 36 Μ. Δουσίκου, φ. 9v) με τα ονόματα Σάββας και Μακρίνα. Όπως συνάγεται από το Εγκώμιο που συνέταξε ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο Βησσαρίων εκτός από τον αδελφό του Ιγνάτιο, τον επίσκοπο Καπούας, είχε και άλλο αδελφό μοναχό, του οποίου ο γιος (που είχε αποκτήσει πριν περιβληθεί το μοναχικό σχήμα) είχε κι αυτός αφιερωθεί στο Θεό. Πρόκειται για τον πατέρα του Νεοφύτου, τον γνωστό με το μοναχικό όνομα Σάββας.

      Γύρω στα 1535 ο Βησσαρίων έγραψε τις τρεις διαθήκες του, που αποτελούν και τον «κανονικόν  τύπον» της μονής. Τα πρωτότυπα  και των τριών διαθηκών, επί περγαμηνής, καθώς και αντίγραφά τους, φυλάσσονται στο αρχείο της μονής. Οι δύο απ’ αυτές φέρουν, χωρίς ένδειξη μηνός, τη χρονολογία από κοσμογονίας ξμγ΄ [=7043], που αντιστοιχεί στην από Χριστού Γεννήσεως χρονολογία και ημερομηνία 1 Σεπτ. 1534-31 Αυγ. 1535 (7043-5509/8=1534/5).

      Η άλλη, και κατά πολύ εκτενέστερη, διαθήκη είναι αχρονολόγητη, πρέπει όμως και αυτή να έχει γραφτεί την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή γύρω στα 1534/35. Περιέχει γενικούς κανόνες και παραινέσεις προς τους μοναχούς και είναι γεμάτη από χωρία της Αγίας Γραφής και πατερικών κειμένων. Στο τέλος της καθιερώνει το «άβατο» της Μονής Δουσίκου για τις γυναίκες που εξακολουθεί να τηρείται μέχρι σήμερα.

      Μετά από πλούσια ασκητική και πνευματική, αλλά και φιλανθρωπική και κοινωνική δράση, ο Βησσαρίων, σε ηλικία πενήντα ετών, παρέδωσε στο Θεό το πνεύμα του κατά το έτος από κοσμογονίας ξμθ΄ [7049]=1540 από τη Γέννηση του Χριστού, στις 13 Σεπτεμβρίου, ημέρα Δευτέρα. Λίγο πριν από το θάνατό του, προαισθανόμενος το τέλος του, συγκάλεσε και αποχαιρέτησε όλους τους αρχιερείς και μοναχούς της περιφέρειάς του, στους οποίους έδωσε και τις τελευταίες παραινέσεις και υποθήκες του.

      Δεν πέρασε καιρός από το θάνατό του, και ο Βησσαρίων Λαρίσης ο υπέρμαχος και Θετταλίας απάσης φρουρός και όντως προστάτης, Ελλάδος τε το καύχημα και της Ηπείρου άκουσμα και το της Τρίκκης τείχισμα, καθιερώθηκε ως τοπικός άγιος. Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Σεπτεμβρίου[8], στη Μονή που ο ίδιος ίδρυσε, καθώς και στην περιοχή της Πύλης, της Καλαμπάκας (της οποίας είναι ο πολιούχος και προστάτης άγιος), των Τρικάλων και της Θεσσαλίας γενικότερα. Τα πρώτα υμνογραφικά και συναξαριακά κείμενά του (ακολουθία, συναξάριο, εγκώμιο), όπως απαιτούσαν οι λειτουργικές ανάγκες, γράφτηκαν πολύ νωρίς, το έτος 1552, από τον Παχώμιο Ρουσάνο.

      Όπως μας πληροφορεί η παράφραση σε δημώδη γλώσσα από τον Αναστάσιο Γόρδιο (γύρω στα 1683) του αρχικού εγκωμίου που συνέταξε ο Παχώμιος Ρουσάνος, οι δουσικιώτες μοναχοί έθαψαν τον πνευματικό τους πατέρα και πάτρωνα του ησυχαστηρίου τους στο ναό του Αγίου Νικολάου, τον οποίο ο ίδιος είχε κτίσει μέσα σε κτήμα με αμπέλι, στο σημερινό χωριό Άγιος Βησσαρίων (ή Ντούσκο) κοντά στο μοναστήρι. Λίγο αργότερα ένας Αγαρηνός, «γιανίτζαρης», έκλεψε και πούλησε στην «Φραγγίαν» το λείψανο του αγίου, χωρίς όμως την κάρα, η οποία σώθηκε και φυλάσσεται ως σήμερα στη Μονή Δουσίκου και αποτελεί για τους πιστούς πηγή θαυμάτων ιατήριο και αλεξιτήριο από κάθε νόσο[9]. Παρόλο που ο αρχικός ναός του Αγίου Νικολάου (σήμερα κοιμητηριακός) έχει κατεδαφιστεί και ανοικοδομηθεί εκ βάθρων δύο φορές (το 1798 και το 1961), ο τάφος του αγίου σώζεται σε υπόγεια; Κρύπτη, με νεότερο μαρμάρινο μνημείο επάνω.

      Από τα θαυματουργικά χαρίσματα του αγίου Βησσαρίωνος ιδιαίτερα προβάλλεται και τονίζεται η αποτρεπτική και θεραπευτική ιδιότητά του της «λοιμικής νόσου», της πανώλης, της φοβερής μάστιγας των δύσκολων εκείνων χρόνων.

      Άλλωστε ο ίδιος ο άγιος Βησσαρίων εικονίζεται, στις φυλλάδες της ακολουθίας του και αλλού ντυμένος με τα επίσημα αρχιερατικά του άμφια, κρατώντας ευαγγέλιο και καταπατώντας με τα πόδια του κάτω, γυμνή γυναικεία μορφή με ουρά συνήθως, που προσωποποιεί το λοιμό.

      Τον Βησσαρίωνα (13 Σεπτ. 1540) διαδέχεται στον μητροπολιτικό θρόνο της Λάρισας ο Νεόφυτος Α΄ (Σεπτ. 1540-Ιουν. 1550). Μετά την παραίτηση του Νεοφύτου Α΄, εκλέγεται μητροπολίτης Λαρίσης ο Νεόφυτος Β΄ (Ιούν. 1550-1568/69), επίσκοπος Σταγών μέχρι τότε, ο ανεψιός του Βησσαρίωνος και συγκτίτορας της Μονής Δουσίκου.

      Η Μονή Δουσίκου τα τελευταία έτη της Τουρκοκρατίας ήταν μια από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες μονές της Ελλάδας. Γύρω από το σχετικά μικρό ναό υπήρχε ένα φρουριακό κτίριο με 366 κελιά, όσες και οι μέρες του χρόνου[10].

 

  1. Καθολικό της Μονής

Πάνω από την είσοδο του κυρίως ναού του καθολικού, υπάρχει η κτητορική επιγραφή, του έτους 1527, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο για την ιστορία της ίδρυσης και της ανέγερσης του ναού και γενικότερα της μονής. Η επιγραφή είναι η εξής:

            + ΑΝΗΓΕΡΘΗ Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΣ

            ΝΑΟΣ ΤΟΥ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ

            ΗΜΩΝ Ι(ΗΣΟ)Υ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ· ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΥΛΩΝ/

            ΠΡΩΗΝ ΜΕΝ ΕΝ ΑΛΛΩ ΣΧΗΜΑΤΙ ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΕΝ

            ΑΓΙΟΙΣ Π(ΑΤ)Ρ(Ο)Σ ΗΜΩΝ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

            ΛΑΡΙΣΣΗΣ· Κ(ΑΙ) ΤΟΥ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΥ/ ΑΥΤΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

            ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΠΠΟΥΑΣ ΚΑΙ ΦΑΝΑΡΙΟΥ:

            ΥΣΤΕΡΟΝ ΔΕ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΤΩ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΙ ΣΧΗΜΑΤΙ·

          ΟΙΩ ΝΥΝ ΟΡΑΤΑΙ, / ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘ(Ρ)ΩΝ

          ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΘΗ·

          ΠΑΡΑ ΚΥΡΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ΤΟΥ ΑΥΤΩΝ ΑΝΕΨΙΟΥ·

          ΤΟΥ Κ(ΑΙ) ΤΟΝ ΑΥΤΟΝ ΘΡΟΝΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ/

          ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΛΑΡΙΣΣΗΣ ΙΘΥΝΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ

          ΥΠ’ ΑΥΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΩΝ ΕΠΙ<Σ>ΚΟΠΩΝ· ΤΟΥ

           ΤΕ ΛΙΤΖΑ ΛΟΥΚΑ· ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΩΝ / ΙΩΣΗΦ·

           ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ· ΕΠΙ ΕΤΟΥΣ

           Ζωξωςω΄. ΜΗΝΙ ΝΟΕ<Μ>ΒΡΙΩ Ηη΄ ιν(δικτιών)ος

           Αης:

           (έτος από κοσμογονίας, ζξς΄=7066-5509=

            έτος από Χριστού γεννήσεως 1557)

           

Σύμφωνα με την επιγραφή αυτή, το καθολικό της Μονής του Σωτήρος των Μεγάλων Πυλών (ή Μονής Αγίου Βησσαρίωνος ή Δουσίκου), κτίστηκε αρχικά, σε διαφορετικό από το σημερινό σχήμα, από τον «αρχιεπίσκοπο»[11] Λαρίσης Βησσαρίωνα. Πρόκειται για το γνωστό μητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα Β΄, έναν από τους διαπρεπέστερους ιεράρχες της Θεσσαλίας, με ευρύ και σπουδαίο κοινωνικό έργο, με βαθιά ανταπόκριση και ακτινοβολία στην λαϊκή ψυχή, κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο ίδιος ο Βησσαρίων στη διαθήκη του και με όσα αναγράφονται στην κτητορική επιγραφή του καθολικού της μονής, επανίδρυσε και ανέκτισε από τα θεμέλια τη Μονή Δουσίκου, αφού είχε εκλεγεί μητροπολίτης Λαρίσης, δηλαδή μετά το έτος 1527, και πριν από το έτος 1534/35 (1 Σεπτ. 1534-31 Αυγ. 1535), οπότε έγραψε την διαθήκη του, στην οποία αναφέρεται ως αποπερατωμένη ήδη.

Ο αναφερόμενος στην κτητορική επιγραφή της Μονής Δουσίκου αδελφός του Βησσαρίωνα Ιγνάτιος κατέχει κι αυτός το αρχιερατικό αξίωμα, είναι επίσκοπος Καπούας και Φαναρίου, Θεσσαλικής επίσης περιοχής, που σήμερα υπάγεται εκκλησιαστικά στην περιφέρεια της Καρδίτσας. Ο Ιγνάτιος υπήρξε ο συνεργάτης και συμβοηθός του αδελφού του Βησσαρίωνα στην επανίδρυση και ανάκτηση της Μονής Δουσίκου.

Ακριβή χρονολογικά στοιχεία για την περίοδο της αρχιερατείας του Ιγνατίου, το θάνατό του και άλλα, δεν είναι γνωστά μέχρι σήμερα.

Λίγα χρόνια μετά την ανέγερση της μονής από τον Βησσαρίωνα, το καθολικό, όπως αναφέρεται στην κτητορική επιγραφή, ανεγείρεται πάλι εκ θεμελίων, μεγαλοπρεπέστερο όμως και περικαλλέστερο τη φορά αυτή, από τον ανεψιό του Βησσαρίωνα, μητροπολίτη της Λάρισας Νεόφυτο, ο οποίος είχε την συμπαράσταση άλλων επισκόπων του Θεσσαλικού χώρου. Η νέα αυτή ανέγερση του καθολικού της μονής αποπερατώθηκε στα 1557. Τότε έγινε, με τη φροντίδα πάντοτε και επιστασία του Νεοφύτου, και η αγιογράφηση του καθολικού από τον Κωνσταντινουπολίτη ζωγράφο Τζώρτζη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Τζώρτζης ως προς την εικονογραφία και την τεχνική ακολουθεί τον «μαϊστορα» Θεοφάνη, προσπαθεί όμως να διαφοροποιηθεί ως προς την τεχνοτροπία και την κλίμακα των χρωμάτων. Ο αγιογράφος αυτός είναι ικανότατος ως προς τις χρωματικές συνθέσεις του και χρησιμοποιεί άλλοτε φωτεινούς και άλλοτε σκοτεινούς τόνους αναλόγως με το φωτισμό του καθολικού, το οποίο ιστορεί. Δεν γνωρίζουμε εάν ο Τζώρτζης ήταν μαθητής ή συνεργάτης του Θεοφάνη· είναι όμως αναμφισβήτητο ότι ήταν σύγχρονός τους, αφού το έτος 1558, όταν ο τελευταίος ιστορεί το καθολικό της μονής του Αγίου Βησσαρίωνος, ο Θεοφάνης έχει επιστρέψει στην Κρήτη και το επόμενο έτος πεθαίνει[12].

Για τους άλλους επισκόπους του Θεσσαλικού χώρου, που αναφέρονται στην κτητορική επιγραφή του καθολικού της Μονής Δουσίκου ως συνεργάτες και συμβοηθοί του Νεοφύτου Β΄ Λαρίσης κατά την ανέγερση του ναού πρέπει να προστεθούν τα εξής:

Ο επίσκοπος Λιτζάς και Αγράφων Λουκάς είναι γνωστός κατά το χρονικό διάστημα 1544-1560. Ο Λουκάς μνημονεύεται και στο βιβλίο της «προθέσεως» της Μονής Δουσίκου (κωδ. 36, φφ. 3r και 299v) μεταξύ των «κτητόρων» της.

Ο Δημητριάδος Ιωσήφ μνημονεύεται στο παλαιό βιβλίο «προθέσεως» μεταξύ των «μακαρίων κτητόρων» της.

Τέλος ο Φαναρίου Μαρτύριος, εκτός από την κτητορική επιγραφή της Μονής Δουσίκου του έτους 1557, μνημονεύεται κι αυτός στο παλαιό βιβλίο «προθέσεως» της μονής (κώδ. 36, φ. 3r).

            Στις παραστάδες, αριστερά και δεξιά από την κεντρική θύρα του κυρίως ναού του καθολικού, κάτω από τις παραστάσεις των κτητόρων του ναού, του Βησσαρίωνα και του ανεψιού του Νεοφύτου, υπάρχουν δύο επιγράμματα (ένα σε κάθε παραστάδα) σύγχρονα με την κτητορική επιγραφή και γραμμένα από το ίδιο χέρι. Τα επιγράμματα αυτά, σε αρχαία γλώσσα, αποτελούνται από 19 δωδεκασύλλαβους στίχους το καθένα και, σύμφωνα με την ακροστιχίδα τους, έχουν γραφτεί από κάποιο Μεθόδιο ιερομόναχο. Τα επιγράμματα αυτά, μαζί με την κτητορική επιγραφή παραστάδα της κεντρικής θύρας του καθολικού, κάτω από την παράσταση του πρώτου κτήτορα της μονής, του Βησσαρίωνα, υπάρχει το εξής επίγραμμα, που αναφέρεται στην ανέγερση της μονής απ’ αυτόν και τον αδελφό του Ιγνάτιο και την ανάκτησή της στη σημερινή μορφή από τον ανεψιό τους Νεόφυτο:

+ ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΕΙΣ ΗΝ ΘΥΤΑΙΣ ΒΙΣΣΑΡΙΩΝ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΙΘΥΝΕ ΤΗΝ ΛΑΡΙΣΣΑΙΩΝ

ΘΕΙΟΙΣ ΑΡΙΣΤΕΥΜΑΣΙΝ ΟΙΑ ΦΩΣΦΟΡΟΣ

ΟΣ ΠΑΣΙΝ ΕΞΕΛΑΜΨΕ ΣΥΝ ΙΓΝΑΤΙΩ

ΔΙΙΘΥΝΟΝΤΙ ΤΟΝ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΘΡΟΝΟΝ

ΙΣΟΣ ΓΑΡ ΑΜΦΟΙΝ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙΣ ΚΑΘΑΠΕΡ

Ο ΒΙΟΣ ΕΝΗΝ ΤΟΙΣ ΔΥΣΙ ΠΝΟΗ ΜΙΑ

ΣΩΤΗΡΙΩΔΗ ΔΙΟ ΤΟΙΣ ΜΟΝΟΤΡΟΠΟΙΣ

ΙΣΗΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΙΘΕΑΣΙ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

ΕΡΕΙΣΑΙ ΜΑΝΔΡΑΝ ΨΥΧΟΣΩΤΗΡΑΝ ΟΛΩΣ

ΡΑΟΝ ΔΕ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΧΘΥΣ ΩΠΑΣΕ ΤΡΟΠΟΝ

ΟΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΩΝ Ω ΠΕΦΥΚΕ ΜΕΓΙΣΤΗ

ΜΟΝΗ ΜΟΝΟΤΡΟΠΩΝ ΤΕ ΘΕΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΗΝ ΕΦΘΕΙΡΕΝ ΑΠΕΙΡΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΑΥΘΙΣ ΚΑΤΕΙΡΓΑΣΑΝΤΟ ΝΥΝ ΟΥ ΚΑΘΑ ΓΕ

ΝΑΟΝ ΔΕ ΤΑΥΤΗΝ ΣΕΠΤΟΝ ΟΥΤΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ

ΧΡΙΣΤΟΥ ΘΥΤΗΣ ΓΑΡ ΚΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΘΡΟΝΟΥ

Ο ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΑΥΤΑΝΕΨΙΟΣ ΠΑΝΥ

ΣΧΗΜΑΤΙΣΑΣ ΑΡΙΣΤΑ ΘΑΥΜΑ ΘΑ<Υ>ΜΑΤΩΝ

 

Στη δεξιά (όταν βλέπει κάποιος προς την κτητορική επιγραφή) παραστάδα, σε αντίστοιχη θέση, κάτω από την παράσταση του δευτέρου κτήτορα της μονής μητροπολίτη Λαρίσης Νεοφύτου Β΄, ο οποίος κρατεί ομοίωμα της εκκλησίας που έκτισε, υπάρχει το εξής επίγραμμα, το οποίο είναι οι λόγοι που απευθύνει ο Νεόφυτος προς τον Θεό, προσφέροντάς του το ομοίωμα αυτό του ναού:

                        +ΜΟΝΟΚΡΑΤΟΡ ΜΕΓΙΣΤΕ ΠΑΝΤΟΥΡΓΕ ΛΟΓΕ

                         ΕΚΠΛΑΤΥΝΑΣ ΑΡΙΣΤΑ ΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΠΟΛΟΥ

                         ΘΡΟΝΟΝ ΣΟΝ ΕΙΠΑΣ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΝΥΝ ΤΗΝ ΧΘΟΝΑ

                         ΟΙΚΟΣ ΣΟΣ ΟΥΤΟΣ ΑΛΛΟΣ ΩΣ ΠΟΛΟΣ ΠΕΛΕΙ

                         ΔΙ’ ΑΓΓΕΛΩΝ ΑΝΩ ΜΕΝ ΥΠΟΥΡΓΗ ΤΩΝ ΑΫΛΩΝ

                         ΙΣΩΣ ΔΕ ΚΑΤΩ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΑΖΥΓΕΩΝ

                         ΟΛΟΣ ΓΑΡ ΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΠΑΝΤΩΣ ΠΕΛΕΙΣ

                         ΣΦΟΔΡΑ ΠΥΡΩΘΕΙΣ ΩΣ ΣΟΛΟΜΩΝ ΤΩ ΠΟΘΩ

                         ΙΣΧΥΣ ΠΑΣΗ ΚΑΤΕΚΑΛΥΝΑ ΘΕΣΕΙ

                         ΕΝ ΠΟΙΚΙΛΩ ΣΧΗΜΑΤΙ ΜΟΡΦΑΙΣ ΑΓΙΩΝ

                         ΡΩΜΑΛΕΩ ΙΩ ΚΑΤΕΤΕΚΧΙΣΑ ΣΘΕΝΕΙ

                         ΟΘΕΝ ΦΕΡΩ ΣΟΙ ΧΑΡΜΟΝΙΚΩΣ Κ(ΑΙ) ΛΕΓΩ

                         ΜΗ ΠΥΡ ΑΜΑΛΔΥΝΕΙΕ ΤΟΥ ΚΑΤΕΡΓΑΤΟΥ

                         ΟΡΜΟΝ ΓΑΛΗΝΟΝ ΑΝΑΔΕΙΞΟΝ Ω ΛΟΓΕ

                         ΝΙΚΗΤΙΚΟΝ ΟΠΛΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ

                         ΑΥΞΗΣΟΝ ΑΥΤΩ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΣΟΥ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

                         ΧΡΟΝΙΣΟΝ ΑΥΤΩ ΤΟΥΣ ΑΝΟΡΘΟΥΝΤΑΣ ΚΛΑΔΟΥΣ

                         Ο ΤΩ ΓΑΡ ΕΞ[ΕΙ] ΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

                         ΣΟΣ ΟΙΚΟΣ ΟΝΤΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΗ ΠΑΝΤΑΝΑΞ

 

            Μέσα στον κυρίως ναό του καθολικού, αριστερά από το δεξιό ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, υπάρχει μικρό, ξύλινο προσκυνητάρι, στολισμένο με ένθετες φιλντισένιες ψηφίδες. Επάνω του είναι σήμερα τοποθετημένη καινούργια φορητή εικόνα του αγίου Βησσαρίωνα. Στο εμπρόσθιο και επάνω μέρος του προσκυνηταρίου υπάρχει (σε μια γραμμή) η εξής επιγραφή, εγχάρακτη στο ξύλο και με βαμμένα μαύρα τα γράμματα:

 

                        ΤΕΛΟΣ ΕΙΛΗΦΕΝ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΕΝ ΕΤΕΙ ΖΟΘ΄.

                        ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΚΥΡΟΥ ΑΧΙΛΙΟΥ ΙΕΡΟ(ΜΟΝ)ΑΧ(ΟΥ)

                        =ΟΘΧ  ΕΝΨ  ΛΧΨΛ  …[=ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ ΤΟΡ<ΝΕΥΜΑ>;…]

 

            Η επιγραφή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της Μονής, αφού αναφέρει έναν από τους πρώτους ηγουμένους της, τον Αχίλλειο, το έτος 7079=1570/71, λίγο μετά το θάνατο του δευτέρου της κτήτορα Νεοφύτου Β΄ Λαρίσης (+ περίπου 1569). Αναγράφεται επίσης, με το σύστημα, του γνωστού κρυπτογραφικού αλφαβήτου, και το όνομα Λαυρέντιος, ο οποίος προφανώς είναι ο κατασκευαστής, ο «τορνευτής», του ξύλινου προσκυνηταρίου. Το κρυπτογραφικό τμήμα της επιγραφής δεν είναι πλήρες, γιατί η λωρίδα του ξύλου, όπου η επιγραφή, είναι κομμένη στο δεξιό της άκρο και έτσι υπάρχει ένα κενό 14-15 περίπου γραμμάτων.

Στο αριστερό άκρο του τέμπλου του καθολικού της μονής υπάρχει παλαιά εικόνα του αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Ο άγιος εικονίζεται ολόσωμος και όρθιος (όχι έφιππος να σκοτώνει δράκοντα), ενώ σκηνές του βίου του πλαισιώνουν την κεντρική αυτή παράσταση. Η εικόνα αυτή είναι άριστα διατηρημένη. Στο κάτω μέρος της και στο μέσον, κάτω από την παράσταση του αγίου Γεωργίου, διαβάζεται η εξής ερυθρόγραφη επιγραφή σε τρεις στίχους:

 

+ ΔΕΗΣΙΣ ΤΩΝ ΔΟΥΛ(ΩΝ) ΤΟΥ Θ(ΕΟ)Υ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟ-

  ΝΑΧΟΥ Κ(ΑΙ) ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ / Κ(ΑΙ) ΚΑΛΗΝΙΚΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑ-

ΧΟΥ. ΧΕΙΡ ΕΥΤΕΛΟΥΣ ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΙΕΡΕ(ΩΣ)/ ζρθ΄ω

 

Η επιγραφή αυτή είναι επίσης σημαντική για την ιστορία του μοναστηριού, διότι παραδίδει το όνομα ενός από τους ηγουμένους του στα τέλη του Ις΄αι., του Πορφυρίου, αφού αυτός τη χρονολογία 7109=1600/1 αναφέρεται ως «προηγούμενος».

Στην παραπάνω επιγραφή της εικόνας του αγίου Γεωργίου μνημονεύεται και ο ζωγράφος της, «ευτελής ιερεύς» Δροσινός. Ο ίδιος έχει αγιογραφήσει παλιότερα, το έτος 7087=1578/9, και άλλη φορητή εικόνα που σήμερα φυλάσσεται στο σκευοφυλάκιο της Μονής Δουσίκου και είχε δωρηθεί από τον μετέπειτα μητροπολίτη Ελασσόνος Αρσένιο, ο οποίος ήταν αδελφός της Μονής και ανεψιός (από αδελφή) του Νεοφύτου Β΄ Λαρίσης, του δεύτερου κτίτορα της Μ. Δουσίκου[13]. Ο Δροσινός υπογράφεται εδώ ως «τλήμων ιερεύς». Η εικόνα αυτή, χωρισμένη σε έξι επάλληλες ζώνες με πέντε μορφές σε κάθε ζώνη, περιλαμβάνει συνολικά τις προτομές 30 προσώπων. Ο ιερέας Δροσινός είναι γνωστός και από φορητή εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας στη Μονή Ρεντίνας των Αγράφων. Εκεί υπογράφει πάλι ως «ευτελής ιερεύς», με χρονολογία 7096=1587, προσθέτει όμως και άλλα στοιχεία, ότι δηλαδή είναι γιος του Νικολάου και ότι πατρίδα του είναι το Φανάρι της Καρδίτσας. Αναφέρεται επίσης ως ζωγράφος φορητών εικόνων και στη Μονή Βυτουμά των Τρικάλων[14]. Φαίνεται λοιπόν ότι πρόκειται για έναν πολύ αξιόλογο Θεσσαλό αγιογράφο φορητών εικόνων του τέλους Ις΄ και των αρχών του ΙΖ΄ αι.

Στα δύο ξυλόγλυπτα επιχρυσωμένα προσκυνητάρια του κυρίως ναού του καθολικού, έργα εξαιρετικής τέχνης, υπάρχει επίσης ενδιαφέρουσα επιγραφή. Τα προσκυνητάρια είναι τοποθετημένα στους δύο κίονες του τρούλου, που βρίσκονται προς το μέρος του ιερού. Το αριστερό προσκυνητάρι έχει την εικόνα της Θεοτόκου και το δεξιό την εικόνα της Μεταμορφώσεως, στο όνομα της οποίας τιμάται και η μονή. Η επιγραφή αρχίζει από το αριστερό προσκυνητάρι και συνεχίζεται και τελειώνει στο δεξιό. Το πρώτο της τμήμα, το αριστερό είναι:

ΔΙ ΙΔΙΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ Μ(ΗΤ)ΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΣΗΣ

Η συνέχεια και το τέλος της, στο δεξιό προσκυνητάρι, είναι:

            ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΛΕΥΚΟΦΡΥΟΣ ΝΗΣΟΥ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ 1764.

            Η επιγραφή βρίσκεται στο μέσο του ύψους των προσκυνηταρίων, κάτω από την εικόνα, και τα γράμματά της είναι ανάγλυφα πάνω στο ξύλο και επιχρυσωμένα. Ο μνημονευόμενος μητροπολίτης, ο δωρητής των δύο προσκυνηταρίων, είναι ο Μελέτιος Β΄ Λαρίσης (1750-1768).

            Λίγο πριν αποκτήσει τα δύο ξυλόγλυπτα, στα 1760, ο κυρίως ναός του καθολικού είχε εφοδιασθεί και με το «πολυκάνδηλό» του, όπως απλοϊκά σημειώνει ο δουσικιώτης ιερομόναχος Χατζη-Γεράσιμος (κωδ. Δουσίκου 76, 6.64): 1760 έγινεν η εκκλησία με κορασάνι και το πολυκάνδηλον.

            Το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο του κυρίως ναού του καθολικού της Μονής Δουσίκου είναι μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, δημιούργημα ξυλογλυπτικής. Κοσμείται με πλούσια και περίτεχνα σκαλίσματα με θέματα από το φυτικό και ζωικό βασίλειο.

            Επιγραφή σε δύο στίχους, πάνω από την Ωραία Πύλη, με γράμματα ανάγλυφα στο ξύλο και επιχρυσωμένα, κάνει γνωστά τα ονόματα των δημιουργών του τέμπλου αυτού και τη χρονολογία της κατασκευής του.

            + ΕΤΕΛΕΙΩΘΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΕΜΠΛΟΝ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

            ΚΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥΜΑΚΑΡΗΤΙ / ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΙ ΕΞΑΔΕΛΦΩΝ

            ΔΗΜΗΤΡΙ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΗ ΕΚ ΧΩΡΙΩΝ ΛΙΝΟΤΟΠΗ 1767.

            Ενθύμηση του Κωνσταντή Αθανασίου Παπαγιωργόπουλου στον κώδ. 42 της . Δουσίκου δίνει περισσότερες και διαφωτιστικές λεπτομέρειες για την ιστορία του τέμπλου αυτού. Η ενθύμηση αναφέρει ότι το τέμπλο αυτό κατασκεύασαν στα 1767 οι «εκλεκτοί ταλιαδόροι» (=ξυλογλύπτες κομψών κοσμημάτων, και κυρίως τέμπλων εκκλησιών) Κωσταντής, Μιχάλης, Δημήτριος και Γεώργιος από το Λινοτόπι. Οικογενειακή παράδοση στην τέχνη, αφού, όπως αναγράφεται στην επιγραφή του τέμπλου, και οι τέσσερις τεχνίτες ήταν μεταξύ τους αδέλφια και ξαδέλφια. Το τέμπλο, συνεχίζει η ενθύμηση, παραγγέλθηκε και κατασκευάσθηκε για το ναό της Πόρτα-Παναγιάς και στοίχισε 1200 γρόσια. Μετά από είκοσι όμως χρόνια, στις 12 Απριλίου του 1787, «ως αγνώμονες οπού ευρέθησαν μερικοί χωριανοί καί ο επίτροπος της εκκλησίας Παπασταμουλάκης» πούλησαν το τέμπλο για 500 μόνο γρόσια στη Μ. Δουσίκου, όταν ηγουμένευε σ’ αυτήν ο Αγάπιος[15]. Οφείλουμε να δεχθούμε ότι στο τέμπλο αυτό, όταν πουλήθηκε και χρησιμοποιήθηκε στη Μ. Δουσίκου, θα πρέπει να έγιναν προσθήκες και επεκτάσεις στο πλάτος και στο ύψος του, γιατί οι διαστάσεις του ναού της Μ. Δουσίκου είναι αρκετά μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες διαστάσεις του Ναού της Πόρτα-Παναγιάς. Οποιεσδήποτε όμως προσθήκες και αν έγιναν, εκτελέσθηκαν με τόση τεχνική τελειότητα, ώστε σήμερα δεν διακρίνει κανείς τίποτε το πρόσθετο και ξένο στοιχείο που να διαταράσσει τις αρμονικές αναλογίες του συνόλου.



            Σημείωση του Χατζή-Γεράσιμου στον Κώδικα 59 της Μονής (σ. 79) δίνει την πληροφορία ότι η επιχρύσωση του τέμπλου έγινε στα 1813, επί της ηγουμενίας Ιεροθέου.

            Στο αριστερό βημόθυρο του τέμπλου του καθολικού της μονής, επάνω δεξιά, στο κάτω μέρος της εικόνας του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, διακρίνεται η επιγραφή: Χρύσανθος αωις΄. Κάθε βημόθυρο, χωρισμένο σε δύο επάλληλες ζώνες, έχει αγιογραφημένες τέσσερις προτομές προσώπων της εκκλησίας (από δύο μορφές σε κάθε ζώνη· σ’ αυτές συμπεριλαμβάνεται και η καθιερωμένη παράσταση του Ευαγγελισμού). Σύμφωνα με την επιγραφή, ο αγιογράφος ονομαζόμενος Χρύσανθος, αγιογράφησε στα 1816 τις οκτώ μορφές των βημοθύρων. Τα βημόθυρα είναι ξυλόγλυπτα και επιχρυσωμένα, πολύ καλής τέχνης. Καλής επίσης τέχνης φαίνονται και οι εικόνες του Χρύσανθου. Ενδιαφέρουσες ειδήσεις για το Χρύσανθο δίνει πάλι ο Χατζη-Γεράσιμος στον κώδικα του 76 της Μ. Δουσίκου (σελ. 66). Σημειώνει σχετικά: «και εις τους 1815 έτος ιστορήθη ο σταυρός και τα βημόθυρα υπό Χρυσάνθου ιερομονάχου δουσικιώτου». Ο αναφερόμενος εδώ σταυρός που «ιστόρησε» ο Χρύσανθος είναι ο μεγάλος ξύλινος σταυρός με τα «λυπηρά» του τέμπλου, πάνω από την Ωραία Πύλη.

            Ο ίδιος ιερομόναχος και αγιογράφος υπογράφει, με χρονολογία 1813, και φορητή εικόνα, όπου παριστάνεται η Θεοτόκος βρεφοκρατούσα με τον άγιο Βησσαρίωνα και τον όσιο Ζωσιμά. Η εικόνα βρίσκεται στο σκευοφυλάκιο της Μονής.

            Στον κώδικα 59 της μονής και συγκεκριμένα στη σελίδα 88 κατεγράφη η μισοκατεστραμμένη σήμερα επιγραφή της μεγάλης τράπεζας.

            + Εγεγωναι το παρών φαιδρόν εργον, το μέν νταβάνι διά συνδρομης

            του οσιωτάτου εν Ιερομονάχοις κυρίου Κωνσταντίου και Θεοφάνους.

            η δε Ιστορία δι’ εξόδων ετέρων εν τω ζσλζ΄ το από κτίσεως κόσμου,

            από δε Σωτηρίου έτους 1729 Ηγουμενεύοντος του Πανοσιωτάτου

            εν Ιερομονάχοις κυρίου Ιερωθέου εκ Κωμοπόλεως Δομενίκου,

            διά χειρός ζωγράφου του ιδίου.

            Ο δεσποτικός θρόνος του ναού, ξυλόγλυπτος και επιχρυσωμένος, είναι ανάλογης μεγαλοπρέπειας και τέχνης με τα άλλα ξυλόγλυπτα και φέρει την εικόνα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (συνηθισμένη για τους αρχιερατικούς θρόνους είναι η παράσταση του Παντοκράτορα ή του Χριστού ως καλού Ποιμένα). Στο επάνω άκρο του, κάτω από το θόλο του, υπάρχει η εξής ερυθρόγραφη επιγραφή: + ΑΨ Θ΄ + ΜΑΡΤΙΟΥ ΙΕ΄. Η ολιγόλογη αυτή επιγραφή, εκτός από τη χρονολογία (1799) και ημερομηνία κατασκευής του θρόνου, δεν δίνει άλλα στοιχεία, όπως π.χ. ονόματα κατασκευαστών ή δωρητών του. Επάνω στην εικόνα διακρίνεται η εξής λακωνική επιγραφή: 1801, μαϊου 7.

            Στο νάρθηκα του καθολικού, στο δυτικό του τοίχο, είναι τοποθετημένος άλλος αρχιερατικός ή ηγουμενικός θρόνος, περίτεχνα διακοσμημένος με πολλές ένθετες φιλντισένιες ψηφίδες. Στο ερισείνωπτον θρόνου και στο μέσον, μέσα σε τετράγωνο πλαίσιο, υπάρχει η εξής επιγραφή, γραμμένη σε έξι στίχους:

            ΔΙ ΕΞΟΔΩΝ ΣΑΒΒΑ/ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ ΛΑ/ΡΙΣΣΗΣ ΚΟΙΝΟΒΙΑΤΟΥ/

            ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΜΟΝΗΣ/ ΑΨΠΔ΄ ΚΑΤΑ ΜΗΝΑ/ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ

            Ο θρόνος αυτός όπως δηλώνει η επιγραφή (1784), είναι λίγα χρόνια παλαιότερος από το θρόνο (1799) που βρίσκεται σήμερα στον κυρίως ναό. Ίσως ο νεότερος θρόνος (του 1799), ξυλόγλυπτος και επιχρυσωμένος αυτός, αντικατέστησε τον λίγο παλαιότερό του για να βρίσκεται σε αρμονία με τα λοιπά παρόμοιας τέχνης ξυλόγλυπτα του ναού.

 

  1. Παρεκκλήσια της Μονής

Βρίσκονται στη δυτική πλευρά του καθολικού, στο χώρο πάνω από το νάρθηκα. Είναι τρία: των Αγίων Πάντων, των Εισοδίων της Θεοτόκου και του Τιμίου Προδρόμου. Τα δύο τελευταία έχουν κοινό νάρθηκα. Όλα είναι μικρά, κομψά και κατάγραφα από τοιχογραφίες, σωζόμενες σε πολύ καλή κατάσταση.

α. Του Τιμίου Προδρόμου

 

            Βρίσκεται στο δεξιό μέρος του κοινού νάρθηκα. Στο παρεκκλήσιο αυτό υπάρχει η εξής επιγραφή του έτους 1693 που αναφέρεται στην τοιχογράφησή του:

            + ΑΝΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΠΑΝΤΙΜΟΣ ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ/

                ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Κ(ΑΙ) ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

                ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩ/ΤΑΤΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ

                ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Κ(ΑΙ) ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΩΤΑΤΩ

                ΑΡΧ(ΩΝ) ΚΗΡ ΧΑΤΖΙ/ΘΑΝΩ.ΑΡΧΞΕΡΑΤΕΒΩΝΤΟΣ ΤΩ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΩ

                Μ(ΗΤ)ΡΟΠΟΛΙΤΗ Κ(ΥΡΙ)Ω ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ/ ΔΗΚ(ΑΙ)ΕΥΟΝΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ: ΕΝ ΕΤΕΙ ΑΧ Γ΄: / ΕΝ ΜΗΝΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: ΚΘ΄/

ΧΛΖΦΡ.

 

Ο μνημονευόμενος στην επιγραφή μητροπολίτης Παρθένιος είναι ο γνωστός Παρθένιος Λαρίσης (1688-1713), ο ιδρυτής, στα τέλη του ΙΖ΄αιώνα, της περιώνυμης Ελληνικής Σχολής του Τιρνάβου[16]. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην επιγραφή δεν αναφέρεται ηγούμενος της μονής, αλλά ο «δικαιεύων» ιερομόναχος Αντώνιος. Με τη συνδρομή του ιερομονάχου Μάξιμου και με έξοδα του κυρ Χατζηθάνω έγινε η αγιογράφηση του παρεκκλησίου στα 1693. Κατά το Δημήτριο Σοφιανό άδηλη είναι η σημασία των πέντε γραμμάτων του τελευταίου στίχου της επιγραφής. Ίσως πρόκειται για τα αρχικά του ονόματος του ζωγράφου ή των ζωγράφων. Οποιαδήποτε όμως απόπειρα ανάλυσης θα ήταν παρακινδυνευμένη.

 

β. Των Εισοδίων της Θεοτόκου

            Βρίσκεται στο αριστερό μέρος του κοινού νάρθηκα. Στο παρεκκλήσιο αυτό υπάρχει η εξής επιγραφή του έτους 1675, η οποία αναφέρεται στην τοιχογράφησή του.

            + ΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΟΥΤΟΣ Κ(ΑΙ) ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ

            ΥΠΕΡΑΓΙ(ΑΣ) ΘΕ(ΟΤΟ)ΚΟΥ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Κ(ΑΙ)/

            ΕΞΟΔΩ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ.

            ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟ/ΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

            ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΣΗΣ ΚΥΡΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ.

            ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟ/ΣΙΟΤΑΤΟΥ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΗΣ

            ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ.

            + Διά χειρων Δημητρίου Τρικιώτη κ(αί) ετέρου Δημητρίου [ΑΧΟΕ]

           

            Η χρονολογία, η οποία πρέπει να υπήρχε στο τέλος της επιγραφής, σήμερα έχει απολεπισθεί και δεν διακρίνεται καθόλου. Κατά τον Σοφιανό όμως η συμπλήρωσή της είναι ασφαλής, διότι στο δεξιό ως προς τον εισερχόμενο τοίχο του παρεκκλησίου, όπου εικονίζονται οι άγιοι μεγαλομάρτυρες Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και Δημήτριος ο Μυροβλήτης, στο μέσο και δεξιά του αγ. Δημητρίου, υπάρχει ευδιάκριτη η χρονολογία: ΑΧΟΕ΄ [=1675].



            Η χρονολογία αυτή επιβεβαιώνεται και από τον μνημονευόμενο στην επιγραφή μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο. Πρόκειται για τον καταγόμενο από την Χίο Ιάκωβο Α΄ Λαρίσης (1673-1679)[17], μετέπειτα Οικουμ. Πατριάρχη (1679-1682, 1685-1686, 1687-1688)[18] ο οποίος παραιτήθηκε από το πατριαρχικό αξίωμα στις 3 Μαρτίου του 1688 και πέθανε στο Ιάσιο το Μάρτιο του 1700. Η επιγραφή του παρεκκλησίου αυτού δίνει και τα ονόματα των ζωγράφων: Δημήτριος Τρικκιώτης (=από τα Τρίκαλα) και «έτερος» Δημήτριος πάλι. Και οι δύο αγιογράφοι έχουν το ίδιο όνομα. Ένας αγιογράφος Δημήτριος «εκ της πόλεως Τρίκκης», είναι γνωστός στα 1637, οπότε αγιογράφησε το Ναό των Ταξιαρχών στο ομώνυμο χωριό (πρώην Κριτσίνι) των Τρικάλων[19].  Εάν είναι ο ίδιος που μετά 38 χρόνια, στα 1675, αγιογράφησε το παρεκκλήσιο των Εισοδίων της Θεοτόκου της Μονής Δουσίκου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα, γιατί υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο αγιογραφήσεων. Μπορεί όμως η πρώτη να έγινε στα νεανικά χρόνια του ζωγράφου και η δεύτερη προς τα τέλη του βίου του, οπότε ο «Δημήτριος εκ της πόλεως Τρίκκης» και ο «Δημήτριος Τρικιώτης» ταυτίζονται. Για τον «έτερο» Δημήτριο της επιγραφής του παρεκκλησίου δεν είναι τίποτε γνωστό.

Στη δεξιά παραστάδα της εισόδου του παρεκκλησίου, με μαύρα λεπτά και μικρά γράμματα (με μελάνι), υπάρχουν τα εξής δύο αντίγραφα σημειώματα του Αναστασίου Γορδίου, από τα οποία το δεύτερο δίνει τον ακριβή χρόνο των δύο επισκέψεών του (Σεπτ. 1682 και Μάιος 1683) στη Μονή Δουσίκου[20]. Ο Αναστάσιος Γόρδιος από τα Άγραφα ήταν λόγιος της Τουρκοκρατίας.

+ μνήσθητι, κ(ύρι)ε, εν τη βασιλεία σου!

καμου του ελαχίστου δούλου σου!

Αναστασίου ιερομονάχου:

+ ηλθον εις τήν ιεράν ταύτην καί/

σεβασμίαν μονήν, τό πρωτον/

μέν κατά μηνα σεπτέμβριον/

του αχπβ΄(1682) ετους της εν/

σάρκου οικονομίας του Θεου λόγου,/

τό δεύτερον δέ κατά μηνα/

μάιον του αχπγ΄(1683)./

κατά τουτο τό ετος εστράτευσεν ο της αμαρτίας/

αν(θρωπ)ος μετά μεγάλης δυνά/

μεως επί γερμανούς.

Η επίσκεψη του Αναστασίου Γορδίου στη Μονή Δουσίκου αναφέρεται και σε ιδιόγραφη ενθύμησή του στον κώδ. 728 της Εθν. Βιβλιοθήκης, την «πανδέκτην» ή «πενθέκτην» του Αγίου Βησσαρίωνα. Στην ενθύμηση αυτή γράφει ο Γόρδιος ότι το 1682 επισκέφθηκε τη Μονή Δουσίκου και προσκύνησε τη θαυματουργή κάρα του Αγίου Βησσαρίωνα, προς τιμήν της οποίας συνέταξε και επίγραμμα, τέσσερις δωδεκασύλλαβους στίχους τους οποίους και παραθέτει[21].

Άλλωστε, είναι γνωστές γενικότερα οι σχέσεις του Αγραφιώτη διδασκάλου με τη Μονή του Αγίου Βησσαρίωνα. Φαίνεται ότι κατά τις επισκέψεις και την παραμονή του (το 1682 και το 1683) στο μοναστήρι αυτό του δόθηκε η ευκαιρία ή και παρακλήθηκε και μετέφρασε στην «κοινή διάλεκτο» το αρχικό εκτενές εγκώμιο του αγ. Βησσαρίωνα, που είχε συντάξει σε λόγια γλώσσα ο Παχώμιος Ρουσάνος.

Η αναφερόμενη στο τέλος του δευτέρου σημειώματος του Αναστασίου Γορδίου εκστρατεία, που πραγματοποίησε «ο της αμαρτίας άνθρωπος» εναντίον των Γερμανών, είναι η μεγάλη επιχείρηση που οργάνωσε ο σουλτάνος των Τούρκων Μωάμεθ ή Μεχμέτ Δ΄ (1648-1687) εναντίον της Βιέννης, την οποία πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία το 1683 τα τουρκικά στρατεύματα υπό τον Καρά-Μουσταφά πασά.

Στην ίδια θέση του παρεκκλησίου των Εισοδίων (όπου και τα σημειώματα του Γορδίου), γραμμένη με μολύβι, σώζεται η εξής νεότερη ενθύμηση του έτους 1906, αναφερόμενη στο «Μακεδονικό Αγώνα», που είχε οργανώσει το Ελληνικό Κομιτάτο εναντίον των Βουλγάρων Κομιτατζήδων:

Ηλθον ιδον καί ευχα/

Ριστήθην τη 3η Ιουνίου 1906 οτε διέβαινε το σωμα τό αν/

Ταρτικόν υπέρ της ελληνομακεδονικης αμύνης Κρής/

Ηλίας Κ. Πηγούνης./

Μνήσθητί μου, Κύριε, οταν ελθης εν τη βασιλεία σου.

Στα ένοπλα σώματα, που έλαβαν μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, είναι γνωστή η συμμετοχή επιλέκτων πολεμιστών από την Κρήτη.

 

γ. Νάρθηκας των παρεκκλησίων του Τιμίου Προδρόμου και των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Στο αριστερό μέρος, πάνω από την είσοδο προς το παρεκκλήσιο των Εισοδίων της Θεοτόκου, υπάρχει η εξής επιγραφή του έτους 1739, που αναφέρεται στην αγιογράφηση του νάρθηκα:

+ ΕΤΕΙ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ ΕΝΑΝΘΡΟΠΗΣΕΩΣ ΑΨΛΘ΄ ΕΣΤΟΡΙΘΗ/

Ο ΘΕΙΟΣ Κ(ΑΙ) ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΡΘΗΞ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙ/

ΟΤΑΤΟΥ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΠΑΠΑ ΠΑΝΚΡΑΤΗΟΥ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ

ΔΕ ΤΗΝΟΣ ΤΟ/ ΕΡΓΟΝ ΕΝ ΓΡΑΜΜΑΣΙΝ ΟΥ ΛΕΓΩ

Θ(ΕΟ)Σ ΓΑΡ ΕΙΔΕΝ Ο ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΡΔΗΑΣ  /

ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΥΡΙΩ ΙΑΚΟΒΩ  ΗΓΟΥ/ΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ

Κ(ΥΡΙ)Ω ΙΕΡΟΘΕΟ  Ο Κ(ΑΙ) ΤΟΥ ΣΚΕΥΟΦΗΛΑΚΟΙΟ

ΑΙΠΗΤΥΡΙΤΗΣ Κ(ΑΙ) ΦΥΛΑ/ΚΑΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΕΟΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ  ΤΟ ΑΥΤΟ ΕΤΕΙ ΕΓΙΝΕΝ ΤΡΙΚΗΣ Ο ΚΩΣΤΑΝΤΙΟΣ/

Του Χατζή βλάχου γολιότη  ετεληώθη τό παρών σεπτεμβρίου ις΄.

 

Στην επιγραφή αναφέρεται ο μητροπολίτης Λαρίσης Ιάκωβος Β΄ (1734-1749)[22], ο οποίος μετατέθηκε από την Δημητριάδα στην Λάρισα. Στις ημέρες του, το 1739, ανασυστήθηκε η επιτροπή Τρίκκης και είναι ο πρώτος μητροπολίτης που επανήλθε και εγκαταστάθηκε στην κανονική του έδρα, την Λάρισα. Οι προκάτοχοί του μητροπολίτες της Λάρισας ήδη από τα μέσα του ΙΔ΄ αι. είχαν μεταφέρει την έδρα τους και έμεναν στα Τρίκαλα, επειδή η Λάρισα είχε ερημωθεί και καταστεί ακατοίκητη.

Πρώτος επίσκοπος Τρίκκης, μετά την ανασύσταση της επισκοπής της, χειροτονήθηκε στις 5 Μαϊου του 1739 ο μνημονευόμενος στην επιγραφή Κωνστάντιος. Η επιγραφή παρέχει την πληροφορία (που δεν είναι γνωστή και από άλλες πηγές) ότι ο πρώτος αυτός επίσκοπος Τρίκκης Κωνστάντιος ήταν γιος του Χατζή-Βλάχου Γολιώτη, δηλαδή Βολιώτη, που καταγόταν από το Βόλο (διότι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και παλαιότερα ακόμη: Γόλος=Βόλος)[23].

Τα μνημονευόμενα στην επιγραφή άλλα πρόσωπα, ο Λαρίσης Ιάκωβος Β΄, ο ιερομόναχος της Μονής Δουσίκου Παγκράτιος, ο ηγούμενος της Μονής Ιερόθεος και ο σκευοφύλαξ Βαρθολομαίος αναφέρονται και στην επιγραφή (έτους 1746) του παρεκκλησίου των Αγίων Πάντων.

Στον δεξιό τοίχο (ως προς τον εισερχόμενο) του ίδιου νάρθηκα, πάνω από δεύτερο παράθυρο, υπάρχει η εξής επιγραφή, συνταγμένη και γραμμένη από τον «αμαθη» ιερέα Κωνσταντίνο:

[+ ΠΑΣ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΛΘΩΝ ΤΩΝ] /

ΠΑΡΩΝ ΑΓΙΟΝ ΟΙΚΟΝ [ΚΑΙ ΤΩΝΔΕ] /

ΠΑΝΤΩΝ ΒΛΕΨΑΣ ΩΡΑΙΑΝ ΘΕ /

ΣΙΝ ΘΑΥΜΑΖΕΤΩ ΜΕΓΙΣΤΑ ΚΑΙ /

ΓΝΩΡΙΖΕΤΩ ΤΑΥΤΟΥ ΠΡΟ /

ΠΑΝΤΑ ΚΥΡΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ /

ΜΑΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΛΟΓΟΥ /

κ(αί) τάδε γράψας αμαθής υπέρ πάντας κωνσταντίνου τλύμονος /

του ιερέος

 

Όσα σημειώνονται μέσα σε αγκύλες στην επιγραφή, σήμερα δεν υπάρχουν. Κατά τον Δ. Σοφιανό υπήρχαν στην Μονή το 1975, πριν από την επισκευή και αντικατάσταση της παλαιάς ξύλινης οροφής του νάρθηκα.

Από τις τοιχογραφίες του νάρθηκα ιδιαίτερα αξιόλογη είναι μια σειρά από στηθάρια Θεσσαλών και άλλων της γύρω περιοχής τοπικών αγίων, οσιομαρτύρων και νεομαρτύρων. Εικονίζονται, μεταξύ άλλων: ο άγιος Οικουμένιος Τρίκκης. Ο άγιος Νικόλαος ο Νέος, που μαρτύρησε στη Θεσσαλική Βούναινα στις αρχές του Ι΄ αιώνα. ο άγιος Ιωάννης από τα Ιωάννινα, που μαρτύρησε το 1526 στην Κωνσταντινούπολη. ο άγιος Μιχαήλ από τη Γρανίτσα των Αγράφων, που μαρτύρησε στην Θεσσαλονίκη το 1544. ο άγιος Διονύσιος ο νέος ασκητής, από τη Θεσσαλική κώμη Σλάτινα, που εμόνασε και πέθανε, στα μέσα περίπου του Ις΄ αι., σε μονή την οποία ο ίδιος είχε ιδρύσει στον Όλυμπο. ο άγιος, νέος οσιομάρτυρας, Δαμιανός από το Μυρίχοβο των Αγράφων, που μαρτύρησε στην Λάρισα το 1568. ο άγιος Σεραφείμ, επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου, ο οποίος θανατώθηκε μαρτυρικά το 1601 ως ενεχόμενος κι αυτός στην επανάσταση του μητροπολίτη της Λάρισας Διονυσίου «Σκυλοσόφου» εναντίον των Τούρκων. τέλος, ο άγιος Απόστολος, από το χωριό Άγιος Λαυρέντιος του Βόλου, που μαρτύρησε το 1684 στην Κωνσταντινούπολη.

 

δ. Των Αγίων Πάντων

Υπάρχει η εξής επιγραφή του έτους 1746, η οποία αναφέρεται στην τοιχογράφησή του:

+ ΗΣΤΟΡΗΘΗ ΤΟ ΙΕΡ(ΩΝ) ΠΑΡΑΚΛΙΣΙ(ΩΝ) ΤΟΝ ΑΓΙ(ΩΝ) ΠΑΝΤΟΝ /

ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟ Κ(ΑΙ) ΣΚΕΥΟΦΗΛΑΞ ΚΥ/ΡΙΟΥ

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΔΙΑΣΥΝΔΡΟΜΗΣ Π(Α)ΠΑ ΠΑΝΓΚΡΑΤΙΟΣ /

ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΙΑΚΟΒΟΥ:_ ΕΤΟΣ αψμς΄ /

ΑΠΡΙΛΙΟΥ κζ΄.

 

Στην κόγχη της προθέσεως, μέσα στο ιερό του παρεκκλησίου, στα «δίπτυχα των ζώντων», αναγράφονται, για αιώνιο προφανώς μνημόσυνο, όλα τα ονόματα των προσώπων που αναφέρονται στην επιγραφή: Ιακόβου αρχιερέος, Ιεροθέου, Βαρθολομέου, Πανκρατίου, Ανανίου των ιερομονάχ(ων).

Τα ίδια πρόσωπα που αναφέρονται στην επιγραφή αυτή, ο Λαρίσης Ιάκωβος Β΄ (1734-1749), ο ηγούμενος της Μονής Δουσίκου Ιερόθεος, ο σκευοφύλαξ Βαρθολομαίος και ο ιερομόναχος Παγκράτιος, αναγράφονται και στην επιγραφή (έτους 1739) του νάρθηκα των παρεκκλησίων.

Στο δάπεδο του παρεκκλησίου των Αγίων Πάντων καταπακτή αποτελεί το άνοιγμα για το παλαιό οστεοφυλάκιο της μονής, όπου υπάρχουν συσσωρευμένες εκατοντάδες κάρες των κοιμηθέντων πατέρων, κατά τη διάρκεια αιώνων.

  1. Παλαιά τράπεζα (σημερινό σκευοφυλάκιο) της μονής-Ενθυμήσεις και σημειώσεις διάφορες σχετικές με την τράπεζα αλλά και με τη γενικότερη ιστορία της μονής.

 

Η τράπεζα βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της νότιας πτέρυγας του μοναστηριού, που ανακατασκευάστηκε το 1962, επί της αρχιερατείας του Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου Χαραλάμπους (+ 6 Ιαν. 1970), ο οποίος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να ανακαινίσει και συντηρήσει τα καταπονημένα από το χρόνο ιστορικά μοναστήρια (Μετέωρα, Δούσικο κ. ά) της Μητρόπολής του και να τους δώσει νέα ζωή. Οι εργασίες ανακατασκευής της νότιας πτέρυγας της Μονής Δουσίκου αποπερατώθηκαν το 1979, με τις προσπάθειες και το ενδιαφέρον της ολιγάριθμης αλλά πολύ δραστήριας Αδελφότητας της μονής. Το 1962, ανοίχτηκε η σημερινή πύλη του μοναστηριού, ενώ παλιότερα η προσπέλαση γινόταν από το νοτιανατολικό άκρο της μονής, με τη βοήθεια ξύλινης κρεμαστής σκάλας που ανεβοκατέβαζαν οι μοναχοί και η οποία σώζεται και σήμερα, ενώ παράλληλα, κοντά στην ανεμόσκαλα, υπήρχε και το παραδοσιακό «βριζόνι», ο «ανελκυστήρας», με το σχοινί και το δίχτυ. Επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα, πάνω από την πύλη της μονής, αναφέρεται στην ανακατασκευή της πτέρυγας αυτής:

            ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΠΙ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ 1962

            Κατά τις εργασίες ανακατασκευής της νότιας πτέρυγας της μονής αντικαταστάθηκε η οροφή της τράπεζας, ενώ διατηρήθηκε ο ανατολικός τοίχος με την κεντρική μεγάλη κόγχη του και τις δύο μικρότερες αριστερά και δεξιά.

            Σχετικά με την τράπεζα ο Χατζη-Γεράσιμος καταχωρίζει ενδιαφέρουσες πληροφορίες στον αυτόγραφό του κώδ. 76 της Μ. Δουσίκου (σ. 62 και 64): 1682: «εγινεν η τράπεζα των πατέρων εις τό μοναστήρι τό Δούσικον._1703: ανακαινίσθη τό μοναστήριον ολου τριγύρου. εγιναν καί επτά ουντάδες μέ τά ξιπεταχτά καί ο τοιχος εις τήν τράπεζαν. Αθανάσιος ηγούμενος καί ετρεξαν εξοδα γρόσια 700».

            Επιγραφή, η οποία βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νότιου τοίχου της τράπεζας, πάνω από το παράθυρο, και σώζεται σήμερα όχι ολόκληρη, αναφέρεται στην κατασκευή της οροφής και στην τοιχογράφηση της τράπεζας. Το υπόλοιπο τμήμα της καταστράφηκε, φαίνεται, κατά τις εργασίες ανακατασκευής της νότιας πτέρυγας του μοναστηριού. Γι’ αυτό η αντιγραφή και καταχώριση της επιγραφής από τον Χατζή-Γεράσιμο στον «Κώδικα» της μονής είναι πολύτιμη, αφού βοηθάει στη συμπλήρωση και αποκατάσταση του τμήματος της επιγραφής που καταστράφηκε.

            Βάζουμε σε αγκύλες τα μέρη της που λείπουν σήμερα:

            + ΕΓΕΓΩΝΗ ΤΟ ΠΑΡΟΝ Φ[ΑΙΔΡΟΝ ΕΡΓΟΝ, ΤΟ ΜΕΝ ΝΤΑΒΑΝΙ] /

            ΔΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΕΝ [ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΚΥΡΙΟΥ

            ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ] / Η ΔΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΑ ΕΞΟΔΟΥ

            ΕΤ[ΕΡΩΝ ΕΝ ΤΩ ΖΣΛΖ΄ ΕΤΕΙ ΑΠΟ ΚΤΙΣΕΩΣ ΚΟΣΜΟΥ ] /

            ΑΠΟ ΔΕ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ [1727 ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ] /

            ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΕΝ ΙΕ[ΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ ΚΥΡΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΥ] / ΕΚ

            ΚΩΜΟΠΟΛ[ΕΩΣ ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ].

 

            Σύμφωνα με την επιγραφή, για την οροφή (το «νταβάνι»), της τράπεζας, που θα ήταν ξύλινη και πλούσια χρωματισμένη (όπως ήταν και των παρεκκλησίων η παλαιά ξύλινη οροφή προτού αντικατασταθεί από ξύλινη), τα έξοδα κατέβαλαν οι ιερομόναχοι Κωνστάντιος και Θεοφάνης. Η «ιστορία», δηλαδή η αγιογράφηση, της τράπεζας έγινε το 1727 μέ έξοδα άλλων, οι οποίοι όμως δεν κατονομάζονται. Για το μνημονευόμενο ηγούμενο της μονής Ιερόθεο η επιγραφή δίνει και τον τόπο της καταγωγής του, που είναι η κωμόπολη της Ελασσόνας Δομένικον. Ο ηγούμενος της μονής Ιερόθεος μνημονεύεται επίσης και στην επιγραφή (έτους 1746) του παρεκκλησίου των Αγίων Πάντων. Ο Ιερόθεος ανέπτυξε ιδιαίτερη οικοδομική δραστηριότητα για την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό βοηθητικών χώρων της μονής.

            Ο ηγούμενος Ιερόθεος, μαζί με το μητροπολίτη Λαρίσης Ιάκωβο Β΄ (1734-1749), επιχορήγησε τη δεύτερη έκδοση της Ακολουθίας και του Βίου (συναξαρίου σε δημώδη γλώσσα) του αγίου Βησσαρίωνα, που έγινε στην Μοσχόπολη στα 1744 με την επιμέλεια του ιερομονάχου Γρηγορίου Μοσχοπολίτη.

            Πότε ακριβώς ο Ιερόθεος ανέλαβε το αξίωμα του ηγουμένου της μονής, δεν είναι γνωστό.

            Επιγραφή σε μεταλλικό σταυρό αγιασμού, ο οποίος μαζί με άλλα κειμήλια του μοναστηριού φυλάσσεται στο σκευοφυλάκιό του (παλαιά τράπεζα), αναφέρει[24]: «Ιεροθέου ιερομονάχου εκ Μονης Αγίου Βησσαρίωνος εκ του Δουσίκου 1718». Είναι πολύ πιθανό ο δουσικιώτης αυτός ιερομόναχος να ταυτίζεται με το ομώνυμό του μετέπειτα πολυπράγμονα ηγούμενο του μοναστηριού που αναφέρουν οι πιο πάνω επιγραφές.

            Στο σκευοφυλάκιο της μονής (παλαιά τράπεζα) είναι φυλαγμένο ξύλινο ερμάριο, που χρησίμευε ως λειψανοθήκη, με δύο κιονίσκους μπροστά, τρουλλίσκο επάνω και δύο θυρόφυλλα προς τα πίσω. Το ερμάριο έχει πλουσιότατη διακόσμηση από φύλντισι, με καλλιτεχνικά σχέδια γεωμετρικά, φυτικά, ρόδακες και παραστάσεις προσώπων ακόμη. Στο μέσο και προς τα επάνω, μέσα σε παραλληλόγραμμα πλαίσια, στα δύο θυρόφυλλα είναι γραμμένο επίγραμμα, που αποτελείται από οκτώ δωδεκασύλλαβους στίχους (από τέσσερις στίχοι σε κάθε θυρόφυλλο).

            Στο αριστερό θυρόφυλλο:

            ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΕ ΚΟΣΜΟΝ ΑΓΛΑΟΝ Τ ΕΥΕΡΓΕΑ: ΙΝΡ

            ΣΠΟΥΔΗ ΔΥΑΔΟΣ ΠΡΟΚ<Ρ>ΙΤΩΝ ΗΝΕΓΚΕ ΜΕ: ζ: α

            ΜΩΝΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ Η ΔΕ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ:

            ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΠΙΝΥΤΟΥ ΤΕ ΕΚ ΚΡΙΤΟΥ: ΑΨςΘ΄.

            Στο δεξιό θυρόφυλλο η συνέχεια του επιγράμματος:

 

            ΣΚΕΥΩΝ ΤΕ ΙΡΩΝ ΦΥΛΑΚΟΣ Γ ΕΥΘΥΜΙΟΥ:

            ΕΜΜΟΥΣΟΥ ΑΝΔΡΟΣ ΗΔΕ ΠΕΡ ΠΕΠΝΥΜΕΝΟΥ

            ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΔΕ ΑΙ ΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΟΥ:

            ΕΚ ΚΛΙΝΟΒΟΥ ΤΕ ΧΕΙΡΕΣ ΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ: ΑΨςΘ΄.

            Ενώ ο συντάκτης του επιγράμματος γνώριζε σωστά τη γλώσσα, ο τεχνίτης που το αντέγραψε στο ερμάριο επάνω δεν καταλάβαινε τη σημασία των λέξεων, γι’ αυτό έγραψε τόν δε αντί τόνδε, προκίτων αντό προκρίτων, η δέ αντί ηδέ, εκ κρίτου αντί εκκρίτου, αι σμα αντί αιμα. Άδηλη είναι η σημασία των τελευταίων τριών και δύο γραμμάτων του πρώτου και δεύτερου στίχου του επιγράμματος.

            Το ερμάριο αυτό, έργο μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, κατασκευάσθηκε σύμφωνα με την επιγραφή του, στα 1799 με πρωτοβουλία του αρχιμανδρίτη και «προέδρου» δηλαδή ηγουμένου της μονής, Ιεροθέου και του σκευοφύλακα Ευθυμίου, ο οποίος ήταν συγγενής, «αιμα» κάποιου, «μακαρίτη» ήδη τότε, μοναχού Ιγνατίου. Τεχνίτης του θαυμαστού αυτού έργου είναι ο Ιωάννης από το χωριό της Καλαμπάκας Κλεινοβόν.

            Eκτός από τον μνημονευόμενο ηγούμενο Ιερόθεο, τα άλλα πρόσωπα του επιγράμματος είναι άγνωστα.

            Πολλές και λεπτομερείς ειδήσεις για τον ηγούμενο Ιερόθεο καταγράφει ο Χατζη-Γεράσιμος στον αυτόγραφό του κώδ. Δουσίκου 76 (σ. 65-77). Ανάμεσα σε άλλα σημειώνει (σ. 65-66): «1793: εγινεν ηγούμενος εις μονήν Δουσίκου ο μακαρίτης αρχιμανδρίτης Ιερόθεος εκ κώμης Καλόγερους· υπό του αγίου Λαρίσης κυρου Διονυσίου[25], εκεινον οπού εκτισεν τήν εκκλησίαν του Αγίου Αχιλλίου εις Λάρισαν εκ βάθρων· το λοιπόν ο Ιερόθεος επροστάτευσε μόνος του εως 1819 ετος, και επεσεν το μοναστήριον εις χρέος υπέρ τάς 400 χιλιάδας γρόσια από τάς καιρικάς περιστάσεις· το λοιπόν / η οι κακές περιστάσεις του τότε καιρου ηφεραν εις χρέον τόσον το μοναστήριον η η ανοικονομία του ηγουμένου η η αμέλεια των αδελφων, αυτό δεν ηξεύρομεν και το αφήνομεν· ας το διακρίνη άλλος». Το έτος 1819, συνεχίζει ο Χατζη-Γεράσιμος (σ. 67), μετά τη διαπίστωση του χρέους αυτού, οι πατέρες του μοναστηριού αφαιρούν το αξίωμα από τον Ιερόθεο και αναθέτουν την «επιστασία» σε τριμελή επιτροπή, επιφορτισμένη για τη διευθέτηση του χρέους: «1819: σκέψεως ουν γενομένης παρά των πατέρων διά το χρέος του μοναστηρίου, και αποφάσισαν ολοι με μίαν γνώμην να εβγάλουν ολον το χρέος αχρις οβολου· το λοιπόν τι ποιητέον; Κάμουν εγγραφον με φρικτόν επιτίμιον και κατεβάζουν τον Ιερόθεον από την προστασίαν και κατασταίνουν τρεις επιτρόπους. Ως επίτροποι υπογράφοι οι ιερομόναχοι Στέφανος, Ιωσήφ και Ζωσιμας στα 1819 ενω το 1820 οι ιερομόναχοι Στέργιος, Στέφανος και Δοσίθεος».

            Στα 1820 λεηλατείται το μοναστήρι από τους Τουρκαλβανίτες· στα 1822 οι πατέρες αναθέτουν πάλι την «επιστασία», στον Ιερόθεο (σ. 68): «…και εκατέβασαν πολύ το χρέος, πλήν εις τους 1820 ετος ελεηλατήθη το μοναστήριον και εγινεν επανάστασις παντου… το λοιπόν πάλιν οι πατέρες εις τους 1822, μετά τον πολλά ολίγον αιχμαλωτισμόν, εβαλαν τον Ιερόθεον εις την επιστασίαν ως γεροντότερος και ειδήμων εις τάς καιρικάς περιστάσεις των κρατούντων».

            Ο ίδιος ο Χατζη-Γεράσιμος, σε ενθύμησή του, γραμμένη λίγο μεταγενέστερα (μετά το έτος 1853) στον κώδ. 1892 (φ. 1) της Εθν. Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (προερχόμενο από τη Μονή Δουσίκου), αναφέρεται πάλι στη λεηλασία και κατάληψη του μοναστηριού από τους Τουρκαλβανίτες: «[…] πλήν κατά περίστασιν του καιρου, εις τους 1820 σωτηρίου ετους ηλθον οι αλλόφυλοι εις το μοναστήριόν μας Δουσίκου και το καταπάτησαν, ελαβον λάφυρα οσα ηυραν και αλλα τά εκατατζάκισαν […].

            Στα 1823 (συνεχίζει ο Χατζη-Γεράσιμος στον κώδ. 76 της μονής) ο «μουσελίμης» των Τρικάλων Σούλτζι Κόριτζας στρέφεται κατά της Μονής Δουσίκου. Συλλαμβάνει πρώτα και φυλακίζει τον ηγούμενο Ιερόθεο (1 Απρ. 1823), σρβάσμιο τότε πρεσβύτη, ο οποίος με τη σθεναρή, θαραλλέα και πατριωτική του στάση αποτελούσε εμπόδιο σοβαρό στην πραγματοποίηση των ανόμων σκοπών του επιδρομέα, που ήταν το σκλάβωμα και το κάψιμο του μοναστηριού. Βαρύς ο φόρος αίματος που πληρώνει τότε το μοναστήρι στον άπιστο κατακτητή.

            Οι δουσικιώτες πατέρες για να αποτρέψουν παραπέρα δεινά, και πυρπόληση ίσως του μοναστηριού τους από τους Τουρκαλβανούς, «γιομίζουν τρεις ταμπακέλις φλωρία και τές προσφέρουν δωρεάν εις τους ντιμπαπηδες του Σούλτζια (σ. 70)». Τέλος αποφυλακίζεται και ο ηγούμενος Ιερόθεος, αλλά μετά από δύο μήνες περίπου προσβάλλεται από πανώλη και πεθαίνει (σ. 75-76).

            Όπως μας πληροφορεί ο Χατζη-Γεράσιμος τα δεινά δεν σταματούν εδώ. «(σ. 76): Πάλιν ευθύς ερχεται ο Σκόνδρας με δεκατέσσαρες χιλιάδες ασκέρι […] ανέβηκαν και απάνου εις τά κελλία των καλογέρων, ετζάκιζαν τές κλειδωνιές και επαιρναν ο,τι ευρισκαν· τά οσα εγλύτωσαν από τους λιάπηδες τά επηραν αυτοί […]».

Ο Ιερόθεος, εκτός από τις πολλαπλές άλλες δραστηριότητες και ικανότητές του, υπήρξε και άνθρωπος λόγιος και καλλιεργημένος πνευματικά. Ο ίδιος επιμελήθηκε, διόρθωσε και διασκεύασε σε απλούστερη φράση το εκτενές εγκώμιο (βίο) του αγίου Βησσαρίωνα, που αρχικά είχε συντάξει σε αρχαία γλώσσα ο Παχώμιος Ρουσάνος και αργότερα είχε «μεταφράσει» σε δημώδη λόγο ο Αγραφιώτης λόγιος Αναστάσιος Γόρδιος. Το κείμενο αυτό, όπως το διασκεύασε ο Ιερόθεος και με τις προσθήκες που του έκαμε, εξέδωσε μαζί με την Ακολουθία του αγ. Βησσαρίωνα στο Πατριαρχικό τυπογραφείο της Κωνσταντινούπολης στα 1800.

Tόσο λοιπόν ο παλαιότερος ηγούμενος Ιερόθεος από το Δομένικον της Ελασσόνας, του α΄ μισού του ΙΗ΄αι., όσο και ο λίγο μεταγενέστερος ηγούμενος Ιερόθεος από τους Καλόγηρους των Τρικάλων, του τέλους του ΙΗ΄ και των αρχών του ΙΘ΄αι,., για μακρό χρονικό διάστημα κράτησαν επάξια το πηδάλιο του μοναστηριού τους και ανέπτυξαν και οι δύο εξαιρετική δραστηριότητα, και πνευματική φυσικά, αλλά και σε άλλους τομείς, σχετιζόμενους με την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό του μοναστηριού.

Άλλωστε, εξαιτίας της μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητάς του, για την οποία απαιτήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, σημαντικά χρηματικά ποσά, ο δεύτερος Ιερόθεος θεωρήθηκε υπεύθυνος για μεγάλο χρέος του μοναστηριού, πράγμα που πλήρωσε με την προσωρινή καθαίρεσή του (1819-1822). Όμως η προάσπιση σε ώρα κινδύνου της χριστιανικής πίστης και των συμφερόντων του μοναστηριού με κίνδυνο και ενδεχόμενη θυσία της ζωής του, η περήφανη και πατριωτική του στάση απέναντι στους Τουρκαλβανούς επιδρομείς του Απρίλη του 1823, η σύλληψη και φυλάκισή του στα μπουντρούμια των Τρικάλων, κατατάσσουν τον ηγούμενο Ιερόθεο στη λαμπρή χορεία των κληρικών εκείνων που στα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν δίσταζαν να προτάξουν τα στήθη τους και να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους για να συντηρήσουν και διαφυλάξουν αλώβητη την πίστη και την παράδοση των πατέρων τους.

Όπως προκύπτει από σημειώσεις του Χατζη-Γεράσιμου (κώδ. Δουσίκου 76, σ. 77 και 80-81), μετά το θάνατο του ηγουμένου Ιεροθέου την επιστασία του μοναστηριού ανέλαβε για μια δεκαετία, από το 1823 ως το 1833, τριμελής επιτροπή που αποτελέστηκε από τους ιερομονάχους Στέφανο από το χωριό Βατζινία (ο οποίος πέθανε την ίδια χρονιά, το 1823, που διορίστηκε επίτροπος), Ιωσήφ (που πέθανε τον Ιαν. του 1831) και τον Στέφανο Δραμιζηνό. Τον πρώτο Στέφανο αντικατέστησε στην επιτροπή αυτή ο ιερομόναχος Βησσαρίων. Τον Στέφανο Δραμιζηνό, ευρισκόμενο στη Λάρισα στα 1833, χειροτόνησε ηγούμενο της μονής ο τότε μητροπολίτης Λαρίσης Μελέτιος (1822-1835), χωρίς να έχουν προειδοποιηθεί και ούτε καν ερωτηθεί οι πατέρες της μονής. Ο Στέφανος αυτός παρέμεινε ηγούμενος ως τα τέλη του 1835. Τον διαδέχθηκε στο αξίωμα του ηγουμένου ο πρώην συνεπίτροπος, ιερομόναχος Βησσαρίων, από 28 Απριλίου του 1836 μέχρι 2 Οκτ. του 1840. Μετά το Βησσαρίωνα και για διάστημα μιας οκταετίας, από τα τέλη του 1840 (Νοέμ.) ως τις αρχές του 1849, δεν υπήρξε ηγούμενος της μονής, αλλά την επιστασία της είχε αναλάβει επιτροπή, στην οποία είχαν συμμετάσχει εκ περιτροπής οι ιερομόναχοι Χρύσανθος, Νικόδημος, Διονύσιος, Νεκτάριος και Νίκανδρος. Από το 1849 (Μάιος) ως το 1852 (Οκτ.) ηγούμενος της μονής είναι ο ιερομόναχος Νικόδημος, ένα από τα μέλη της παραπάνω επιτροπής (η εκλογή και χειροτονία του έγινε στη Βασιλεύουσα).

Η παλαιά τράπεζα της μονής, ανακαινισμένη και ανακατασκευασμένη σήμερα, χρησιμεύει ως σκευοφυλάκιο. Εκεί φυλάσσονται ασφαλισμένα όλα τα έγγραφα του πλούσιου αρχείου, χειρόγραφα, εικόνες, άμφια και άλλα ιερά κειμήλια του μοναστηριού.

 

  1. Πτέρυγες με τα κελλιά της μονής

 

Στο αριστερό άκρο της βόρειας πτέρυγας των κελλιών της μονής (υπερυψωμένο ισόγειο) και στο δεξιό φύλλο της ξύλινης πόρτας παλαιάς ευρύχωρης αποθήκης (η οποία έχει επισκευασθεί και χρησιμοποιείται και σήμερα ως αποθήκη ξύλων) σώζεται το εξής χάραγμα του έτους «1602/3: ετος, ζρι΄ αφισεν ο γα/βρηήλ το δοχήω». Ο δοχειάριος της μονής Γαβριήλ δεν είναι γνωστός και από άλλη μαρτυρία. [δοχειό, το=αποθήκη, δοχειάριος ή δοχειάρης=αποθηκάριος (ιδίως τροφίμων)].

Στο δεξιό (ανατολικό) άκρο της βόρειας πτέρυγας των κελλιών, δίπλα από τη βιβλιοθήκη της μονής, σώζεται το κελλί στο οποίο έμενε, ο Χατζη-Γεράσιμος. Εξωτερικά, στο δεξιό μισό του μικρού ξύλινου τόξου πάνω από τη θύρα του κελλιού, υπάρχει, γραμμένο με μελάνι, το εξής αυτόγραφο σημείωμα του Χατζη-Γεράσιμου: + επαυσε Χριστός διμιουργειν σαββάτω / ισύχασεν Γεράσιμος εν τω κελή σαββάτω / κατά σ(ωτή)ρι(ον) ετος αωλβ΄ ιουνίου κε΄, ωκίου (;) ετος αωλγ΄ ιουλίου λα΄ ωξ (;) / ετος αωλδ΄ ιουνίου κδ. + επαιδεύθην οραν σκοπειν / εν τω βαρίνω σελίδι 748. / ετος αωλς΄ μαϊου ι΄.

Με το αναφερόμενο «βαρίνο» στον τελευταίο στίχο του σημειώματός του ο Χατζη-Γεράσιμος εννοεί το ελληνικό λεξικό του περίφημου Ιταλού φιλολόγου και ουμανιστή Guarino από την Favora της Ιταλίας (1450-1537), γνωστού και με το εκλατινισμένο όνομά του Varinus Favorinus. Το λεξικό αυτό πρωτοεκδόθηκε στην Ρώμη το 1523 με τον τίτλο: Magnum Dictionnarium, sive Thesaurus uninersae linguae grecae ex multis variisque autoribus collectus. Πράγματι, στη Βιβλιοθήκη της Μ. Δουσίκου (σύμφωνα με παλαιό χειρόγραφο κατάλογό της) υπάρχουν τέσσερα αντίτυπα του λεξικού αυτού με αριθμούς 922 (έκδ. Βασιλείας 1538) και 925, 926 και 927 (έκδ. Βενετίας 1779 και τα τρία)[26]. Κάποιο από τα αντίτυπα του λεξικού αυτού είχε στα χέρια ο φιλομαθής Χατζη-Γεράσιμος και «επαιδεύθη οραν», όπως ήταν φυσικό, αφού δεν διέθετε τις απαιτούμενες γραμματικές γνώσεις.

Ο δουσικιώτης αυτός ιερομόναχος, με την ακαταπόνητη δραστηριότητά του και πολυπραγμοσύνη, τη φιλοπονία και φιλομάθειά του, παρά τα λίγα «κολλυβογράμματα» που έμαθε, άφησε πολύ έντονα και ζωηρά τα ίχνη του περάσματός του, αρκετούς κώδικες έχει γράψει ο ίδιος, ενώ τους περισσότερους απ’ αυτούς καθώς και πολλά από τα έντυπα της μονής έχει ο ίδιος επίσης καλλιτεχνικά βιβλιοδετήσει (σώζονται και τα βιβλιοδετικά του εργαλεία και σύνεργα και φυλάσσονται στο σκευοφυλάκιο της μονής), και τέλος έχει γεμίσει με ένα πλήθος από σημειώσεις και ενθυμήσεις πολλά από τα χειρόγραφα και έντυπα του μοναστηριού. Σε ορισμένους από τους κώδικες αυτούς περιέχεται κάθε είδους υλικό, συνθεμένο από τον Χατζη-Γεράσιμο, όπως καταγραφές και κατάλογοι των χειρογράφων, των εγγράφων, των εντύπων, των ιερών σκευών και κειμηλίων του μοναστηριού, καθώς και ακαλαίσθητα στιχουργήματα και άμουσα (ανάλογα με τις γραμματικές του γνώσεις) εκκλησιαστικά τροπάρια και ύμνοι για εορτές και διάφορα πρόσωπα και αγίους της Εκκλησίας.

  1. Άγια Λείψανα

Σύμφωνα με καταγραφή που έγινε στις 8 Σεπεμβρίου 1964 το Μοναστήρι έχει πολύτιμες θήκες με 157 τεμάχια ιερών λειψάνων. Είναι τα εξής:

  1. Η κάρα του αγίου Βησσαρίωνος. Η θήκη της κάρας είναι οκτάγωνη αργυροχρυσωμένη, έργο καλαρρυτινού τεχνίτη του 1814 με ανάγλυφες παραστάσεις και διακοσμήσεις.
  2. Η σιαγόνα του αγίου Βησσαρίωνος σε αργυροχρυσωμένη θήκη.
  3. Η κάρα του ιερομάρτυρα Ιωάννου. Ο ιερομάρτυρας Ιωάννης καταγόταν από τα Άγραφα και μαρτύρησε στην Αδριανούπολη.
  4. Τεμάχια αγίων λειψάνων των αγίων Παρθενίου, Θεοδώρου του Τήρωνος, ιερομάρτυρα Χαραλάμπους, Γρηγορίου του Θεολόγου, Μοδέστου Ιεροσολύμων, οσιομάρτυρος Παρασκευής, Προκοπίου και Θεοδώρου του Στρατηλάτου σε θήκη ορειχάλκινη με συρματιένια επένδυση και με ανάγλυφες εικόνες και πολύτιμα πετράδια κοσμημένη. Είναι αφιέρωμα του Ιερομονάχου Νικοδήμου, 10 Μαϊου 1864.
  5. Το δεξί χέρι του μάρτυρα Κηρύκου σε τετράγωνη αργυρή θήκη με ανάγλυφη την εικόνα των Κωνσταντίνου και Ελένης στο κάλυμμά της. Είναι αφιέρωμα του ιερομονάχου Αρσενίου από τα Καλύβια.
  6. Τεμάχιο αγίου λειψάνου του ιερομάρτυρα Χαραλάμπους σε στρογγυλή ασημένια θήκη με πολλές ανάγλυφες παραστάσεις. Αφιέρωμα Ανανίου Ιερομονάχου, 1830.
  7. Τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Κοσμά του Αναργύρου, Παντελεήμονος, Ευστρατίου και Τρύφωνος σε τετράγωνη θήκη από λευκοσίδηρο, κοσμημένη με ποικίλες παραστάσεις.
  8. Τέσσερα δόντια του αγίου Βησσαρίωνα σε ορειχάλκινη θήκη κοσμημένη με 4 κόκκινα πετράδια και διάφορες ανάγλυφες παραστάσεις αγίων.
  9. Τεμάχιο κάρας αγίας Παρασκευής σε ασημένια ωοειδή θήκη, κοσμημένη με ανάγλυφες παραστάσεις και τοποθετημένη σε ξύλινο κιβωτίδιο διακοσμημένο με λευκές ψηφίδες από ελεφαντοστούν.
  10. Τεμάχια ιερών λειψάνων κάρας αγίων Θεοδώρου του Στρατηλάτου, Στεφάνου του Αρχιδιακόνου, Μοδέστου Ιεροσολύμων, αγίας Βαρβάρας και αγίου Παντελεήμονα. Είναι όλα στηριγμένα επάνω σε ασημένια πλάκα, κοσμημένη με ποικίλες διακοσμήσεις και με 4 μεγάλα κόκκινα πετράδια. Είναι αφιέρωμα του καθηγουμένου Ιεροθέου και του σκευοφύλακα Κυπριανού, του 1804.
  11. Τεμάχια ιερών λειψάνων αγίου Μιχαήλ Σινάδων, οσιομάρτυρος Παρασκευής, μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, αγίου Ιακώβου του Πέρσου και αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου σε ασημένια λειψανοθήκη με ανάγλυφες παραστάσεις.
  12. Τεμάχιο ιερών λειψάνων ανωνύμων αγίων και του αγίου Κηρύκου σε δύο πλάκες από λευκοσίδηρο τοποθετημένες σε μεταλλική λειψανοθήκη με ελαφριά διακόσμηση.
  13. Τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Θεοδώρου Στρατηλάτου, Γεωργίου Τροπαιοφόρου, Πρωτομάρτυρα Στεφάνου και τριών άλλων ανωνύμων αγίων σε δύο πλάκες τοποθετημένες σε μεταλλική λειψανοθήκη.
  14. Τεμάχια ιερών λειψάνων του αγίου Ελευθερίου, ιερομάρτυρα Χαραλάμπους, Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, Μοδέστου Ιεροσολύμων, Φωτεινής της ισαποστόλου και του μάρτυρα Τρύφωνος σε ασημένια λειψανοθήκη με ελαφρά διακόσμηση.
  15. Τεμάχια ιερών λειψάνων του αγίου Τρύφωνα, Στεφάνου του Σιναϊτου και άλλου ανωνύμου αγίου σε ασημένια λειψανοθήκη με ανάγλυφες παραστάσεις και χρονολογία 1740.
  16. Τέσσερα τεμάχια ιερού λειψάνου του Αγίου Αρσενίου σε ασημένια λειψανοθήκη με ανάγλυφες παραστάσεις και πετράδια.
  17. Τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Βαρβάρας, Μάμαντος, Αχιλλείου και Μοδέστου σε λειψανοθήκη από λευκοσίδηρο.
  18. Τεμάχια ιερών λειψάνων του αγίου Τρύφωνος και ιερομάρτυρα Κοσμά του Αιτωλού σε λειψανοθήκη από λευκοσίδηρο με διακοσμήσεις γύρω και με χρονολογία 1830.
  19. Τεμάχια ιερών λειψάνων των αγίων Κόνωνος, Κοσμά και Δαμιανού Αναργύρων, Ανδρέου του Αποστόλου, Αλεξάνδρου, Χριστοφόρου, Προκοπίου του Δεκαπολίτου, Χαραλάμπους, Παρασκευής και Παρθενίου Ραδοβισδίου σε ασημένιο εγκόλπιο με ανάγλυφες παραστάσεις και την επιγραφή «ΙΩΑΚΕΙΜ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ 1816».
  20. Τεμάχιο ιερού λειψάνου αγίου Χαραλάμπους σε ασημένια λειψανοθήκη. Αφιέρωμα Χριστοφόρου ιερομονάχου, 1826.
  21. Τεμάχια ιερών λειψάνων αγίων Ανδρέου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Προκοπίου σε σκαλιστή λειψανοθήκη από λευκοσίδηρο.
  22. Τεμάχιο ιερού λειψάνου αγίου Αχιλλείου σε στρογγυλή μεταλλική λειψανοθήκη με ανάγλυφες παραστάσεις στο κάλυμμα.
  23. Δύο τεμάχια ιερού λειψάνου αγίου Γεωργίου σε μεταλλικό ωοειδές εγκόλπιο με ανάγλυφες παραστάσεις στο κάλυμμα.
  24. Μέρος της σιαγόνας του αγίου Βησσαρίωνα σε μεταλλικό στρογγυλό εγκόλπιο με ανάγλυφη την εικόνα του αγίου Βησσαρίωνα στην πρόσοψη και την επιγραφή: «ΚΤΗΜΑ ΡΙΖΟΥ ΙΕΡΕΩΣ 1760».
  25. Τεμάχιο ιερού λειψάνου αγίου Χαραλάμπους με ασημένιο περίβλημα.
  26. Είκοσι τρία τεμάχια ιερών λειψάνων ανωνύμων αγίων σε οκτώ ασημένιες λειψανοθήκες.
  27. Δύο τεμάχια ιερών λειψάνων αγίου Παντελεήμονα σε μικρή μεταλλική λειψανοθήκη.
  28. Τεμάχια ιερών λειψάνων οσίων Μηνοδώρας, Μητροδώρας και Νυμφοδώρας.
  29. Τεμάχιο ιερού λειψάνου αγίου Τρύφωνος σε στρογγυλή μεταλλική λειψανοθήκη.
  30. Τεμάχια ιερών λειψάνων αγίων Βαρθολομαίου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, Μηνά και Παντελεήμονα σε λειψανοθήκη από λευκοσίδηρο με ανάγλυφες παραστάσεις.
  31. Τεμάχια ιερού λειψάνου αγίου Ιωάννου του νεομάρτυρα σε τετράγωνη μικρή λειψανοθήκη.
  32. Τεμάχια ιερών λειψάνων Τιμίου Προδρόμου και Αποστόλου Βαρθολομαίου σε ασημένια θήκη.
  33. Τεμάχιο ιερού λειψάνου ιερομάρτυρα Διονυσίου του Αρεοπαγίτου σε μεταλλική θήκη.
  34. Τριάντα ένα τεμάχια ιερών λειψάνων ανωνύμων αγίων τοποθετημένα σε δώδεκα λειψανοθήκες.
  35. Δύο τεμάχια ιερών λειψάνων αγίου Παρθενίου του Ραδοβισσίου.
  36. Δώδεκα μικρά και μεγάλα τεμάχια ιερών λειψάνων αγνώστων αγίων τοποθετημένα μέσα σε μανδήλι.

 

  1. Κειμήλια

 

Το μοναστήρι του Αγίου Βησσαρίωνος το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του το πέρασε κάτω από την τούρκικη τυραννία. Όμως, η πρόνοια των μοναχών διέσωσε πολλά κειμήλια. Μεταξύ αυτών είναι τα ακόλουθα:

α) Σταυροί

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός με ασημένια επένδυση και βάση διαστάσεων 0, 40Χ0, 25μ. Στη μια του πλευρά παριστάνονται ο Ευαγγελισμός, η Βάπτιση, η Γέννηση, η Μεταμόρφωση, η Υπαπαντή και η Έγερση του Λαζάρου, ενώ στην άλλη πλευρά παριστάνονται η Βαϊοφόρος, η Πεντηκοστή, η Σταύρωση, η Κοίμηση, η Ανάσταση και η Ανάληψη. Στη βάση του σταυρού υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΩΤΑΤΟΥ

ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡ ΘΕΟΧΑΡΙ ΜΑΝΟΛΗ

ΕΚ ΠΟΛΕΩΣ  ΒΕΡΡΟΙΑΣ αψος΄».

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός διαστάσεων 0,53Χ0,18μ. με μεταλλικά πλακίδια ολόγυρα, κοσμημένος με σκαλίσματα από σύρμα σε πράσινο και θαλασσί χρώμα και στα πλάγιά του με παραστάσεις όφεων. Στη μια πλευρά του εικονίζεται ο Ευαγγελισμός, η Υπαπαντή, η Γέννηση, η Βάπτιση, η Μεταμόρφωση, ο Κύριος στο φρέαρ του Ιακώβ, η Έγερση του Λαζάρου και εικοσιδύο στηθάρια αγίων ενώ στην άλλη πλευρά εικονίζεται η Ανάληψη, η Κοίμηση, η Σταύρωση, η Βαϊοφόρος, η Ανάσταση, η Πεντηκοστή, η ίαση του τυφλού και εικοσιδύο στηθάρια αγίων. Είναι χωρίς βάση και κοσμείται με 39 ποικιλόχρωμα πετράδια. Στη λαβή του υπάρχει η εξής επιγραφή:

             «ΟΥΤΟΣ Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΕΚΑ/

             ΡΘΩΘΗ ΑΝΑΛΟΜΑΣΙ ΤΟΥ ΟΣΙ/

             ΟΤΑΤΟΥ ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙΣ /

             ΚΥΡ ΧΑΡΙΤΩΝΟΣ /

             ΚΕ ΑΦΙΕΡΩΘΗ ΤΩ ΔΟΥΣΚΩ ΙΩ(ΑΝΝΗΣ)

             ΜΑΣΤΟΡΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΟΥΝΑΒΟ».

 

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός με επένδυση από σμάλτο διαστάσεων 0, 54Χ0,20μ. Στη μια πλευρά παριστάνεται η Υπαπαντή, η Γέννηση, η Βάπτιση, η Μεταμόρφωση, η Έγερση του Λαζάρου, η Βα¨οφόρος και τριάντα στηθάρια αγίων ενώ στην άλλη πλευρά παριστάνεται η Ανάληψη, η Κοίμηση, η Σταύρωση, η Πεντηκοστή, η Αποκαθήλωση, η Ανάσταση, η Ψηλάφιση και τριάντα στηθάρια αγίων. Η λαβή του σταυρού είναι στρογγυλή από σίδηρο με σκαλίσματα και η βάση του ωοειδής.
  2. Ξυλόγλυπτος σταυρός διαστάσεων 0, 49Χ0, 18μ., κοσμημένος με συρματερά συμπλέγματα με σμάλτα πράσινα, μπλε και θαλασσί. Στη μια όψη παριστάνονται ο Ευαγγελισμός, η Υπαπαντή, η Γέννηση, η Βάπτιση, η Μεταμόρφωση, η ίαση του τυφλού και η Έγερση του Λαζάρου ενώ στην άλλη όψη παριστάνονται η Βαϊοφόρος, η Ανάσταση, η Σταύρωση, η Πεντηκοστή, η Ανάληψη, η ψηλάφιση του Θωμά, η Κοίμηση. Και στις δύο όψεις υπάρχουν εικοσιδύο στηθάρια και παραστάσεις όφεων. Η λαβή του, χωρίς βάση, περιβάλλεται από μέταλλο και έχει χαραγμένη την εξής επιγραφή:

             «ΓΕΓΟΝΕ Ο ΤΗΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ /

             ΕΙΣ ΜΟΝΑΣΤΙΡΗ ΛΕΓΟΜΕΝΟΝ ΤΟΥΣΚΟ //

             ΑΠ(Ψ;) Μς 17;46»

  1. Ημικατεστραμμένος σταυρός διαστάσεων 0, 42Χ0,20μ. Στη μια όψη του παριστάνονται ο Ευαγγελισμός, τα Εισόδια, η Υπαπαντή, η Γέννηση, η Βάπτιση, ο Ιησούς εν τω Ιερώ, η ίαση του Τυφλού, η Μεταμόρφωση, η Έγερση του Λαζάρου και δεκατρία στηθάρια αγίων ενώ στην άλλη όψη παριστάνονται η Βαϊοφόρος, η Ύψωση του Σταυρού, η Ανάσταση, η Σταύρωση, η Πεντηκοστή, οι Μυροφόροι προ του μνημείου, η ψηλάφιση, η Ανάληψη, η Κοίμηση και δεκατρία στηθάρια αγίων.
  2. Σταυρός διαστάσεων 0, 22Χ0, 10μ. με βάση και τις παραστάσεις του Ευαγγελισμού, της Βαπτίσεως, της Υπαπαντής, της Μεταμορφώσεως, της Σταυρώσεως και δύο Ευαγγελιστών. Περιβάλλεται με συρματερά συμπλέγματα και κοσμείται με 45 πετράδια διαφόρου μεγέθους και χρώματος και 22 μικρά μαργαριτάρια. Στη λαβή υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΑΝΝΑ/ ΜΟΝΑΧΙΑ 1761»

  1. Σταυρός αγιασμού μεταλλικός με σκαλιστά συμπλέγματα, και σμάλτα. Στη μια όψη παριστάνεται η Βάπτιση και στην άλλη η Σταύρωση. Στη βάση του σταυρού υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΚ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΟΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΔΟΥΣΙΚΟΥ 1718».

  1. Μεταλλικός σταυρός διαστάσεων 0, 15Χ0,08μ. με συρματερά συμπλέγματα, από σμάλτο. Έχει λαβή και στη βάση του υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΚΤΗΜΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΚ ΜΟΝΥΣ ΔΟΥΣΙΚΟΥ

ΕΚ ΚΟΜΗΣ ΔΡΑΜΗΣΤΗ  1815».

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός διαστάσεων 0,19Χ0,007 μ. με μεταλλικά πλαίσια και κοσμημένος με πράσινο σμάλτο και θαλασσί, 9 πετράδια και 16 μαργαριτάρια. Στη μεταλλική του βάση υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ / ΙΕΡΟΜΟΝ/ΑΧΟΣ Μ/ΑΡΗΑΘΡΙΟΣ / ΖΨΘ 1709»

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός αγιασμού διαστάσεων 0,19Χ0,09μ. σε μεταλλικά σκαλιστά πλαίσια και με μεταλλική λαβή. Στη μία όψη εικονίζεται η Βάπτιση και στην άλλη όψη η Σταύρωση. Στη βάση του υπάρχει η επιγραφή:

«ΑΓΑΠΗΟΣ Η(γούμενος).

  1. Σταυρός αγιασμού διαστάσεων 0,20Χ0,09μ. με βάση και χρυσή επένδυση. Στη μια όψη παριστάνεται ο Ευαγγελισμός, η Βάπτιση, η Κοίμηση και 2 Ευαγγελιστές, ενώ στην άλλη όψη παριστάνεται η Μεταμόρφωση, η Σταύρωση, η Ανάσταση και 2 Ευαγγελιστές. Στη βάση του υπάρχει η εξής επιγραφή:

«Ν(Ι)Κ(Ο)Δ(Η)Μ(ΟΥ) Ι(Ε)Ρ(Ο)Μ(Ο)Ν(Α)Χ(ΟΥ)»

  1. Σταυρός διαστάσεων 0,18Χ0μ. Περιβάλλεται από συρματερά συμπλέγματα και φέρει 32 μαργαριτάρια. Στη μια του όψη παριστάνεται η Σταύρωση ενώ στην άλλη όψη παριστάνεται η Βάπτιση. Έχει λαβή και βάση πάνω στην οποία υπάρχει η επιγραφή:

«ΙΩΝΝΙΚΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ»

  1. Ξυλόγλυπτος συρματερός σταυρός αγιασμού διαστάσεων 0,24Χ0,11μ. Έχει λαβή και βάση ασημένια. Είναι κοσμημένος με 10 πετράδια. Στη μια όψη του παριστάνονται ο Ευαγγελισμός, η Βάπτιση, η Υπαπαντή και 2 Ευαγγελιστές. Στη βάση του ο σταυρός φέρει την εξής επιγραφή:

«ΟΥΤΟΣ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΗΝΕ ΕΚ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΗΣΣΑΡΙΟΥ

ΔΗΑ ΕΞΟΔΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜ(Ο)Ν(Α)ΧΟΥ ΑΩΙΕ»

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός διαστάσεων 0,16Χ0,07μ. με ασημένια επένδυση και βάση. Οι παραστάσεις του δεν διακρίνονται. Στη βάση του υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΟΙ ΤΗΣ Μ. ΔΟΥΣΙΚΟΥ ΑΥΤΑΔΕΛΦΟΙ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙ ΒΕΝΙΑΜΙΝ

ΚΑΙ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΓΓΕΛΙΔΑΣ ΕΚ ΤΣΑΡΙΤΣΑΝΗΣ»

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός διαστάσεων 0,16Χ0,17μ. Είναι κοσμημένος με συρματερά συμπλέγματα και πράσινα σμάλτα. Στο επάνω του μέρος έχει στέμμα με διάφορα σκαλίσματα και τη Θεοτόκο. Πάνω στο ένα του πτερύγιο φέρει ομοίωμα ναού με σταυρό και τον Αρχάγγελο με εξαπτέρυγο στο χέρι. Ο σταυρός είναι κοσμημένος με 28 πετράδια διάφορα στο χρώμα και δύο μαργαριτάρια. Οι παραστάσεις του είναι η Υπαπαντή, η Σταύρωση, ο Ευαγγελισμός, η Βάπτιση, η Έγερση του Λαζάρου και η Άκρα Ταπείνωση.
  2. Ξυλόγλυπτος σταυρός αγιασμού, διαστάσεων 0,18Χ0,075μ. σε μεταλλικά πλαίσια σκαλισμένα και κοσμημένα με πράσινο και μπλε σμάλτο. Ο Σταυρός φέρει μεταλλική λαβή, 9 πετράδια και 24 μαργαριτάρια. Στη μία όψη του σταυρού παριστάνονται η Υπαπαντή, η Άκρα Ταπείνωση και δύο Ευαγγελιστές. Στην άλλη όψη του σταυρού παριστάνονται τα Εισόδια, η Βάπτιση, η Ανάσταση και δύο Ευαγγελιστές. Στο κάτω μέρος της πτέρυγας της μιας όψης υπάρχει η επιγραφή:

«ΣΟΦΙΑ-ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ»

  1. Ξυλόγλυπτος σταυρός αγιασμού, διαστάσεων 0,18Χ0,07μ. με μεταλλικά πλαίσια κοσμημένα με σμάλτο και διάφορα σκαλίσματα και με 28 πετράδια και 10 μαργαριτάρια. Στη λαβή του σταυρού υπάρχει η εξής επιγραφή:

«ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ 1731»

            Εκτός απ’ αυτούς τους σταυρούς υπάρχουν άλλοι 21 σταυροί αγιασμού κατώτερης τέχνης και αξίας και 4 σταυροί του στήθους συνηθισμένου τύπου.

 

  1. Ιερά Άμφια

 

Από τα ιερά άμφια τα πιο αξιόλογα είναι τα ακόλουθα:

  1. Αρχιερατικός Σάκκος γνωστός ως «Σάκκος του Νεοφύτου». Είναι κόκκινος με ραβδώσεις. Στα γαλόνια του υπάρχει κεντημένη η εξής επιγραφή:

«Θειος και ιερός ορισμός του Παναγιωτάτου και Οικουμενικου

Πατριάρχου Κυρου Ιωάσαφ του φορειν ο Πανιερώτατος

Μητροπολίτης Λαρίσσης υπέρτιμος και Εξαρχος δευτέρας

Θετταλίας και πάσης Ελλάδος και τον τόπον επέχων

Εφέσου κυρου Νεοφύτου εκ των μεγάλων πυλων και κτήτωρ του

Μεγάλου Σωτηρος Χριστου ετους 325 Ν.Α. Μνήσθητι Κύριε του

Αρχιεπισκόπου Ιωάσαφ Κωνσταντινουπόλεως μνήσθητι και του

Αρχιεπισκόπου Νεοφύτου Λαρίσσης».

  1. Μεγάλο ωμοφόριο από λευκή στόφα με κεντητούς κόκκινους σταυρούς και εικόνες του Απ. Πέτρου, του Παντοκράτορος, του Τιμίου Προδρόμου, της Θεοτόκου και του Απ. Παύλου. Έχει κεντημένη πάνω του την επιγραφή:

«Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου της Αγιωτάτης Επισκοπης

Ραδοβισδίου κυρίου Καλλίστου αφιερουται τη Μονη

Του Σωτηρος Χριστου και Θεου Δουσίκου 1654».

  1. Επιτραχήλιο από μεταξωτό κόκκινο ύφασμα, σχιστό στο μέσο και με κεντητές τις παραστάσεις: στον τράχηλο παριστάνεται ο Κύριος, πιο κάτω ο Ευαγγελισμός και σε συνέχεια οι άγιοι Νικόλαος, Βασίλειος, Σπυρίδων και Κύριλλος.
  2. Επιτραχήλιο από στόφα σε χρώμα θαλασσί με κεντητές τις εικόνες των αγίων Βασιλείου, Στεφάνου, Γρηγορίου, Ιωάννου, Αθανασίου, Κυρίλλου, Επιφανίου και Σπυρίδωνος. Στην κορυφή του έχει μεταλλικό πόλο.
  3. Επιτραχήλιο, σχιστό στο μέσο, με κεντητές παραστάσεις των αγίων Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Νικολάου του εν Μύροις, Κυρίλλου Ιεροσολύμων και Αθανασίου του Μεγάλου. Με κεντητά γράμματα υπάρχει η επιγραφή:

«Εις μνημόσυνον των δούλων του Θεου Βησσαρίωνος Αχιλλείου,

Σταματίου Κωνσταντίνου και των τέκνων αυτου»

  1. Επιτραχήλιο σχιστό στο μέσο, κεντητό με παραστάσεις του Χριστού στον αυχένα, πιο κάτω της Θεοτόκου και του Προδρόμου, των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, των Ευαγγελιστών Λουκά και Μάρκου και των Αποστόλων Σίμωνος και Ανδρέου, Ιακώβου και Βαρθολομαίου, Θαδαίου και Φιλίππου. Κάτω από τους αγίους υπάρχει κεντημένη επιγραφή:

«Ηγουμένου του Μοναστηρίου../. Ιερομονάχου ΑΦΗΕ»

  1. Eπιτραχήλιο από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα, σχιστό στο μέσο και με κεντητές τις εικόνες του Ευαγγελισμού και των αγίων Σπυρίδωνος, Κυρίλλου, Αθανασίου και Βασιλείου.
  2. Επιτραχήλιο από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα με κεντητές τις εικόνες του Χριστού στον αυχένα και πιο κάτω των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, των Ευαγγελιστών Ιωάννου, Λουκά, Μάρκου και Ματθαίου και των Αποστόλων Ανδρέου και Ιακώβου, Σίμωνος και Βαρνάβα, Θωμά και Φιλίππου.
  3. Επιτραχήλιο από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα με κεντητές τις εικόνες του Χριστού στον τράχηλο και πιο κάτω των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, των Ευαγγελιστών Ιωάννου, Λουκά, Μάρκου και Ματθαίου και των Αποστόλων Ανδρέου και Ιακώβου, Σίμωνος και Βαρνάβα, Θωμά και Φιλίππου.
  4. Επιτραχήλιο από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα, σχιστό στο μέσο, με κεντημένες τις εικόνες του Χριστού στο πάνω μέρος και πιο κάτω της Θεοτόκου και του Προδρόμου και των αγίων Βασιλείου, Χρυσοστόμου, Γρηγορίου, Αθανασίου, Νικολάου, Ιωάννου του Ελεήμονος, Κυρίλλου, Σπυρίδωνος, Αχιλλείου και Οικουμενίου. Στο κάτω μέρος φέρει την επιγραφή:

«Δέησις του δούλου του Θεου Γεωργίου»

  1. Επιτραχήλιο από στόφα χρυσίζουσα, σχιστό στο μέσο, και με κεντητές τις εικόνες του Χριστού στον αυχένα και πιο κάτω των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, του Προδρόμου και του Αποστόλου Πέτρου, των αγίων Βασιλείου και Δημητρίου, των Απ. Παύλου και Πέτρου, των αγίων Γρηγορίου, Αθανασίου, Χρυσοστόμου και Γεωργίου.
  2. Επιτραχήλιο από μεταξωτό πράσινο ύφασμα, σχιστό στο μέσο και με κεντητές τις εικόνες του Χριστού στον αυχένα και πιο κάτω των Αρχαγγέλων Μιχαήλ, και Γαβριήλ, της Παναγίας και του Προδρόμου και των αγίων Χρυσοστόμου και Αθανασίου, Βασιλείου και Γρηγορίου, Νικολάου και Κυρίλλου.
  3. Επιτραχήλιο κεντητό. Στο κάτω του μέρος φέρει την εξής επιγραφή:

«Δέησις της δούλης του Θεου Ευγένης ετους 202» 1568

  1. Ωράριο από μεταξωτό ύφασμα με κεντητές τις εικόνες των Αρχαγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ και τις λέξεις «αγιος, αγιος…».
  2. Ωράριο από μεταξωτό ύφασμα κεντημένο με τις εικόνες της Θεοτόκου, των αγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ, με εξαπτέρυγα και τον Πρόδρομο. Καταλήγει στο «αγιος, αγιος…».
  3. Επιγονάτιο από στόφα με κεντητή την παράσταση του Μυστικού Δείπνου.
  4. Επιγονάτιο από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα με κεντητές τις εικόνες τριών αγγέλων στις τρεις γωνίες, του Χριστού στο πάνω μέρος, της Πεντηκοστής στο μέσο και με 42 μαργαριτάρια κοσμημένο.
  5. Αρχιερατική ξύλινη ράβδος κοσμημένη με ψηφίδες από φίλντισι.
  6. Οκτάγωνη Αρχιερατική ράβδος.
  7. Επιμάνικα. Το ένα το κοσμεί κεντητή εικόνα της Αναστάσεως του Κυρίου με τα γράμματα κάτω της: «Ανάστασιν Χριστου θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν αγιον Κύριον» και στο πάνω μέρος «Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν, δεξιά Κυρίου υψωσέ με 9 Φ.Π. γδν». Το άλλο φέρει την εικόνα της Αναλήψεως με τους στίχους: «Αι χειρες σου εποίησάν με…» και «Ανελήφθης εν δόξη Χριστέ ο Θεός…» Το ύφασμά τους είναι πράσινο και η κλωστή του κεντήματος ασημί.
  8. Επιμάνικα από κόκκινο μεταξωτό ύφασμα με κεντητή την παράσταση του Ευαγγελισμού
  9. Επίμακα μεγάλα, κεντητά με κλωστή ασημί και την παράσταση του Ευαγγελισμού.
  10. Αντιμήνσιο, αφιερωμένο από τον «Πανιερώτατον Αρχιεπίσκοπον Ανδρ. Κύριον Ιωάσαφ εν ετει Σρω ΑΨΟΒ».
  11. Πόρπη αργυροεπίχρυση με ανάγλυφη την εικόνα της Αγίας Τριάδας και του αγίου Βησσαρίωνος. Η πόρπη φέρει την επιγραφή:

«Κτημα της Σεβασμίας Μονης Δουσίκου διά συνδρομης Στεφάνου ιερομονάχου διά χειρός δε Νικολάου και Δημητρίου Αποστόλου εκ Καλαρρύτων 1804 Φεβρουαρίου 10».

 

  1. Ιερά Σκεύη

 

  1. Άγιο Ποτήριο διαστάσεων 0,30Χ0,12μ. Στη βάση του φέρει την επιγραφή:

«Μνήσθητι και του δούλου σου Κωνσταντίνου Δουδεσκούλου Μαρίας

 των γονέων και των τέκνων αυτων Φεβρ. 15 1762».

  1. Άγιο Ποτήριο διαστάσεων 0,22Χ0,10μ. επιχρυσωμένο και κοσμημένο με παραστάσεις αγγέλων και ανθέων. Στη βάση τους υπάρχει η επιγραφή:

«Βησσαρίωνος στο Μετόχι εις Ζάρκου 1813».

  1. Αρτοφόριο διαστάσεων 0,17Χ0,07μ. με χρονολογία 1719.
  2. Ιερό Ευαγγέλιο (εκδ. Ενετίας) με παραστάσεις της Αναστάσεως, Ευαγγελιστών κλπ. Στη ράχη του υπάρχει η επιγραφή:

«Κτημα Στεφάνου Ιερομονάχου εκ κώμης Δραμίζι και

Μονης Αγίου Βησσαρίωνος, Ιανουαρίου 21, 1818».

  1. Ιερό Ευαγγέλιο (έκδ. Ενετίας 1748) με ανάγλυφες εικόνες αγίων από σμάλτο και του Δωδεκαόρτου. Το Ευαγγέλιο φέρει την επιγραφή:

«θύον κέ ιερόν Εβαγγέλιον υπάρχει της Παναγίας /

της Μεγάλης Πόρτας συνδρομης Αδάμι κέ Ιερείς Γεωργίου ιε/

ρέος, Ιωάννου ιερέος 1720 χρυσοχόου Αδάμι κόμις Νικολίτζα».

  1. Ιερό Ευαγγέλιο (εκδ. Ενετίας 1645) με μεταλλικές παραστάσεις του Χριστού, της Θεοτόκου, του Προδρόμου και της Αναστάσεως του Κυρίου. Η ράχη του είναι συρματερή και φέρει την επιγραφή:

«Το θειον και ιερόν Ευαγγέλιον αφιερώθη της Παναγίας,

της Μεγάλης Πόρτας ΑΧΟ».

  1. Επιτάφιος διαστάσεων 1,30Χ1,90μ. κεντητός σε κόκκινο μεταξωτό ύφασμα.

 

  1. Εικόνες

 

  1. Ο Άγιος Θεοφάνης ολόσωμος, κρατώντας ειλητάριο διαστάσεων 1,06Χ0,38μ.
  2. Ο Άγιος Τιμόθεος διαστάσεων 1,06Χ0,38μ. όρθιος και με στολή αρχιερέως με πολύσταυρο 1804.
  3. Ο Άγιος Μερκούριος διαστάσεων 0,81Χ0,39μ. πλήττοντας τον Ιουλιανό τον παραβάτη, 1804.
  4. Η Θεοτόκος βρεφοκρατούσα σε θρόνο διαστάσεων 0,25Χ0,195μ.
  5. Η Θεοτόκος βρεφοκρατούσα διαστάσεων 0,25Χ0,21μ. 1692.
  6. Η Ανάσταση του Χριστού, διαστάσεων 0,38Χ0,30μ. Η εικόνα φέρει την επιγραφή:

«Μάτην φυλάττεις τον τάφον κουστωδία,

Ου γάρ καθέξει τύμβος αυτοζωίαν».

  1. Η Βάπτιση του Kυρίου, διαστάσεων 0,38Χ0,30μ.
  2. Η Βάπτιση του Κυρίου, διαστάσεων 0,40Χ0,32μ.
  3. Ο Μυστικός Δείπνος διαστάσεων 0,40Χ0,32μ.
  4. Δέηση μεταξύ δύο αγγέλων και κάτω είκοσι πέντε προτομές αγίων διαστάσεων 0,63Χ0,42μ. Η εικόνα φέρει την εξής επιγραφή:

«Ιεράρχαι, μάρτυρες Κυρίου οσιοι ασκηταί σύν τω κλινω Στεφάνω

μνείαν ποιειται Θεω τω εν τοις ιψύστοις όπως καμέ Αρσένιον

τον θύτην τάξη δε εκ δεξιων σύν τοις ευλογημένοις

και μη υπερίδεται των γράφοντα Δροσίνου

τλήμονος του ιερέως ΖΠΤ΄ (1578)».

  1. Η Θεοτόκος βρεφοκρατούσα ή γλυκοφιλούσα, διαστάσεων 0,45Χ0,36μ. με τον άγιο Βησσαρίωνα και τον όσιο Ζωσιμά «χείρ Χ(ρυ)Σ(αν)ΘΟΥ 1813».
  2. Ο Ι ησούς μεταξύ των δικαίων διαστάσεων 0,47Χ0,36μ.
  3. Οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος κρατούντες την Εκκλησία στον αρχιερατικό Θρόνο διαστάσεων 0,90Χ0,70μ. Η εικόνα φέρει τη χρονολογία «18 Μαϊου 7».
  4. Η Μεταμόρφωση στο δεξιό προσκυνητάριο, διαστάσεων 0,78Χ0,53μ.
  5. Θεοτόκος η οδηγήτρια στο αριστερό προσκυνητάριο, διαστάσεων 0,70Χ0,52μ.
  6. Τα Εισόδια της Θεοτόκου στο τέμπλο του παρεκκλησίου των Εισοδίων, διαστάσεων 0,50Χ0,35μ.
  7. Θεοτόκος η «Οδηγήτρια» στο τέμπλο του παρεκκλησίου των Εισοδίων, διαστάσεων 0,50Χ0,35μ.
  8. Ιησούς «Ο Σωτήρ» στο τέμπλο του παρεκκλησίου των Εισοδίων, διαστάσεων 0,50Χ0,35μ.
  9. Θεοτόκος δεομένη προς δεξιά διαστάσεων 0,75Χ0,55μ.
  10. Οι Άγιοι Πάντες, άγιοι Βησσαρίων και Αχίλειος. Βρίσκεται στο παρεκκλήσι των αγίων Πάντων, διαστάσεων 0,85Χ0,45μ.
  11. Η Θεοτόκος βρεφοκρατούσα σε θρόνο, διαστάσεων 0,85Χ0,45μ. Η εικόνα βρίσκεται στο παρεκκλήσι των αγίων Πάντων.
  12. Ο Ιησούς σε θρόνο ανάμεσα στα 4 συμβολικά ζώα, διαστάσεων 0,85Χ0,45μ. Η εικόνα βρίσκεται στο παρεκκλήσι των αγίων Πάντων.

 



  1. H Βιβλιοθήκη

 

Σύμφωνα με μια καταγραφή του 1964, σώζονται μόνο 42 κώδικες. Από τους 42 κώδικες οι 20 είναι λειτουργικές φυλλάδες και οι 9 «παρρησίες», κατάλογοι ονομάτων προς μνημόνευση.

            Σημειώνουμε τα πιο αντιπροσωπευτικά:

 

  1. Η Θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου γραμμένη από τον ιερομόναχο Παϊσιο. Αριστούργημα καλλιγραφικής επιμονής και διακοσμητικής καλαισθησίας.
  2. Ιερό Ευαγγέλιο σε μεμβράνη, ΙΔ΄ αιώνος.
  3. Πράξεις των Αποστόλων και επιστολές Αποστόλων σε μεμβράνη, ΙΓ΄ αιώνος. Γραμμένο με «τυπογραφική» ακρίβεια και καθαρότητα.
  4. Πίνακας της θείας προθέσεως. Παρρησία με τα ονόματα των κτητόρων και των πρώτων αδελφών της μονής.
  5. Κώδικας της Ιεράς Μονής σε στιλπνό χαρτί και με 2057 σελίδες. Περιέχει ποικίλα επίσημα έγγραφα και χρήσιμες πληροφορίες για το μοναστήρι.
  6. Η διαθήκη του αγίου Βησσαρίωνος σε μεμβράνη.
  7. Περγαμηνή με οδηγίες κτήτορα της Μονής αγίου Βησσαρίωνος προς τους αδελφούς.
  8. Περγαμηνή με κανόνες και οδηγίες του αγίου Βησσαρίωνος προς τους μοναχούς του.
  9. Περγαμηνή με στοιχεία σχετικά με την Πόρτα Παναγιά ε την υπογραφή του Επισκόπου και ηγουμένου Μετεώρου-Ζαβλανίων.
  10. Περγαμηνή συγγίλιο Αντωνίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
  11. Το υπ’ αριθ. 50, 51 και 52 ειλητάρια από περγαμηνή με τη Θεία Λειτουργία και
  12. Τετραευάγγελο (10Χ8) 368 φύλλα από περγαμηνή. Γραμμένο με εξαίρετη καλαισθησία και περίτεχνη διακόσμηση.

Τα αρχικά γράμματα κάθε κεφαλαίου είναι σχεδιασμένα περίτεχνα με κόκκινο και μπλε· φέρει και την υπογραφή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου και εξαιτίας της ονομάσθηκε «Ευαγγέλιον Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου».

Aυτό το πολύτιμο κειμήλιο κλάπηκε τον Απρίλιο του 1959 από αγνώστους που διέρρηξαν το σκευοφυλάκιο της μονής. Οι κλέφτες ανακαλύφθησαν και το Ευαγγέλιο παραδόθηκε στη Μητρόπολη. Σήμερα είναι τοποθετημένο για μεγαλύτερη ασφάλεια στο σκευοφυλάκιο της Μονής Βαρλαάμ.

 

  1. Νεότερη Ιστορία

Τον Μάιο του 1823 το μοναστήρι κυριεύθηκε από τον Αλβανό Σούλτζε Κόρτζα, ο οποίος καταδιώχθηκε με την στρατιά του από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Για εκδίκηση κατέσφαξε πολλούς αθώους μοναχούς και λεηλάτησε τα ιερά σκεύη καθώς και δύο χιλιάδες τόμους από τη Βιβλιοθήκη, μεταξύ των οποίων και πολλά πολύτιμα χειρόγραφα.

            Στις 8 Ιουνίου του 1943, το μοναστήρι βομβαρδίστηκε από τους Ιταλούς κατακτητές με πυροβολικό από το χωριό Παλαιομονάστηρο (Μπελέτσι) και έπαθε ζημιές, με την υποψία πως ήταν κρησφύγετο ανταρτών. Λίγο αργότερα βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς κατακτητές από το ίδιο σημείο προκαλώντας και άλλες ζημιές.

            Το 1962 ανοίχθηκε η σημερινή πύλη του μοναστηριού στην δυτική άκρη της νότιας πλευράς του, ενώ ως τότε η είσοδος στο μοναστήρι γινόταν από μια ανεμόσκαλα, που διακρίνεται ακόμα. Παλιότερα υπήρχε το παραδοσιακό «βριζόνι» δηλ. ο ανελκυστήρας με το σχοινί και το δίχτυ.

 

  1. Η Σύνθεση της Μονής

Η αδελφότητα αποτελείται από οκτώ (8) μοναχούς και τέσσερις (4) ιερομονάχους με ηγούμενο τον Ιγνάτιο Πούτο. Από τους οκτώ μοναχούς οι δύο (2) είναι Εκκλησιαστικού Λυκείου, ο ένας ιερατικής Σχολής και οι πέντε (5) Ανωτάτης Εκπαίδευσης.

 

Η ζωή των μοναχών

 

Το ημερήσιο πρόγραμμα είναι διαρθρωμένο ως εξής:

3:30: Έγερση

4:00-6:00 ή 7:00: Όρθρος (Θεία Λειτουργία)

7:00-9:00: Ανάπαυση

9:00-10:00: Ώρες ή Παράκληση-Γεύμα

10:00-4:30: Διακονήματα

17:00-19:00: Εσπερινός-Απόδειπνο-Δείπνο

19:00-20:00: Ελεύθερη ώρα

22:30-3:30: Κατάκλισις

 

Διακονήματα

  • Κηπουρική
  • Μαγειρική
  • Περιποίηση των ζώων (κατσίκες)
  • Φιλοξενία, υποδοχή και περιποίηση των προσκυνητών

          

  1. Ιδιοκτησία της μονής

Δάσος πέριξ της μονής.

Το δάσος στο φτερόλακα Γοργογυρίου

Το δάσος στο Καλογεμάνδρι μετά οικήματος και παρεκκλησίου (της Αγίας Άννης).

Το μετόχι της Αγίας Μονής μετά οικήματος και παρεκκλησίου (του Αγίου Βησσαρίωνος).

Αγρόκτημα 60 στρεμμάτων στο χωριό Άγιος Βησσαρίωνας μετά παρεκκλησίου (του αγίου Βησσαρίωνος).

      Από τον κώδικα 59 της μονής και συγκεκριμένα στις σελίδες 540-542 πληροφορούμαστε ότι το μοναστήρι Νουτσέτου της Ρουμανίας στο οποίο εορτάζεται ο άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος είναι μετόχιο της μονής Δουσίκου με όλα του τα χωριά και με όλους τους Κατσιβέλους και Μόλους, και με όλα τα υπάρχοντά του, κινητά, ακίνητα, μικρά και μεγάλα.

παραπομπές

[1] Βλ. Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, πάλαι μέν ελληνιστί συγγραφείς υπό Μαυρικίου…, νυν δε δεύτερον μεταφρασθείς υπό Νικοδήμου Αγιορείτου, Βενετία 1819, τόμ. Α΄, σ. 54.

[2] Βλ. Δ. Σοφιανού, Ο Άγιος Βησσαρίων μητροπολίτης Λαρίσης (1527-1540) και κτίτορας της Μονής Δουσίκου, Αθήνα 1992, σσ. 180-181.

[3] Βλ. Συναξάριο Παχωμίου Ρουσάνου, σ. 252, στ. 10-11.

[4] Βλ. Συναξάριο Παχωμίου Ρουσάνου, ό.π., σ. 252, στ. 16-17.

[5] Το διαθηκώο αυτό γράμμα περιέχεται στο υπ’ αριθ. 1465 ειλητό της Εθν. Βιβλιοθήκης Ελλάδος, έχει δε εκδοθεί από τον Σπ. Λάμπρο, «Συμβολαί εις την ιστορίαν των μονών των Μετεώρων», Νέος Ελληνομνήμων 2 (1905) 147-153.

[6] Βλ. Παχωμίου Ρουσάνου, εγκώμιον αγ. Βησσαρίωνος, ό.π., σ. 259, στ. 110-112.

[7] Βλ. Παχωμίου Ρουσάνου, εγκώμιον αγ. Βησσαρίωνος, ό.π., σσ. 259-260, στ. 114-117, 118-122.

[8] Προφανώς μετατέθηκε από τις 13 (που πέθανε ο άγιος) στις 15 Σεπτεμβρίου, για να μη συμπίπτει με την παραμονή της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

[9] Τα σχετικά με την ταφή του αγίου Βησσαρίωνος και την τύχη των λειψάνων του δεν υπάρχουν στο εγκώμιο του Παχωμίου Ρουσάνου, τα έχει προσθέσει και τα παρουσιάζει, για πρώτη φορά, στην παράφραση του εγκωμίου ο Αναστάσιος Γόρδιος όπως τα διέσωζε τότε η ζωντανή τοπική παράδοση.

[10] Βλ. Δ. Λαμπίκη «Η Μονή Ντουσίκου», Θεσσαλικά Χρονικά 5 (1936) 120.

[11] Ο κανονικός τίτλος των αρχιερέων της Λάρισας είναι του «μητροπολίτη». Η Λάρισα ήδη από το 324 είχε αναδειχθεί σε αρχιεπισκοπή, αλλά το έτος 531, με τοπική σύνοδο, αναγνωρίστηκε ως μητρόπολη. Βλ. Ν. Γιαννόπουλου, «Επισκοπικοί κατάλογοι Θεσσαλίας», ΕΦΣΠ 10 (1914) 255.


[12] Βλ. Λ. Δεριζιώτη, «Πρώτη «επίσκεψις» της αγιογραφίας του 16ου αιώνος εις την Θεσσαλίαν», Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου για τη Θεσσαλία (Λυών 17-22 Απριλίου 1990)· Δεκαπέντε χρόνια αρχαιολογικής έρευνας (1975-1990), Αθήνα 1994, τ. Β΄, σσ. 413-422.

[13] Βλ. Φ.Α., Δημητρακόπουλου, Αρσένιος Ελασσόνος (1550-1626) – Βίος και έργο, Αθήνα 1984, σσ. 49-50, 163.

[14] Βλ. Φ.Ν., Βογιατζή, Η Θεσσαλική ζωγραφική (1500-1980), Αθήνα 1980. σ. 17.

[15] Βλ. Φ.Α., Δημητρακόπουλου, «Η βιβλιοθήκη της ιεράς Μονής Δουσίκου», ΕΕΣΜ 5 (1974/5) 422.

[16] Βλ. Ν., Γιαννοπούλου, «Επισκοπικοί κατάλογοι Θεσσαλίας», ΕΦΣΠ 10 (1914) 275-276.

[17] Βλ. Ν., Γιαννοπούλου, ό.π., σ. 274.

[18]  Βλ. Μ., Γεδεών, Πατριαρχικοί πίνακες, Κων/πολις [1885-1890], σσ. 603-606.

[19] Βλ. Φ.Ν., Βογιατζή, ό.π., σ. 20.

[20] Βλ. Γ.Δ., Παυλίδη, «Επίσκεψις εις την έδραν της Σχολής Αγράφων», ΘΧ  8 (1959) 261.

[21] Βλ. Γ.Δ., Παυλίδη, ό.π., σ. 262.

[22] Βλ. Ν., Γιαννοπούλου, ό.π., σ. 277.

[23] Βλ. Ε. Σκουβαρά, Από το λειμώνα της παράδοσης: Πηλιορείτικα Β΄, Αθήνα 1983, σσ. 48, 56.

[24] Βλ. Διονυσίου, επισκ., Τρίκκης και Σταγών, Ο Άγιος Βησσαρίων (Δούσικον), Αθήναι 1966, σσ. 35-36.

[25] Πρόκειται για τον μητροπολίτη Λαρίσης Διονύσιο Καλλιάρχη (1793-1804).

[26] Ο χειρόγραφος κατάλογος των εντύπων της Μ. Δουσίκου, συντάχθηκε το 1904 από τον Ευγένιο Σερεντέλο, μοναχό.

 

Γράφει η κ.  Βασιλική Β. Παππά, ΜΑ, Msc Θεολόγος-Κοινωνιολόγος

Γράψτε μας το σχόλιο σας εδώ
Δές και αυτό
Φόβος και ανησυχία για τα μέλλοντα
error: Ευχαριστούμε