Κύπρος: Ιερά Μονή Παναγίας Σφαλαγγιωτίσσης

Ἡ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῶν δι­α­φό­ρων πνευ­μα­τι­κῶν κέ­ντρων τῆς πί­στης μας καί τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ μας, μᾶς δέ­νει μέ τόν τό­πο μας καί με­τα­ξύ μας καί μᾶς θω­ρα­κί­ζει ἐ­νάν­τια στή φθο­ρά καί τήν ἀλ­λο­τρί­ω­ση πού συ­στη­μα­τι­κά ἐ­φαρ­μό­ζουν οἱ δι­ά­φο­ροι ἄ­σπον­δοι ἐ­χθροί τῆς ᾿Ορ­θο­δο­ξί­ας καί τοῦ ῾Ελ­λη­νι­κοῦ ἔ­θνους μας. Κατ᾿ ἐ­ξο­χήν ὅ­μως ἡ γνώ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν μας καί τῶν ἀ­γώ­νων τῶν μο­να­χῶν, τῶν ἀ­γω­νι­στῶν αὐ­τῶν τῆς πί­στης καί τῆς φυ­λῆς μας, αὐ­τῶν πού ὕ­ψω­σαν τό πνευ­μα­τι­κό ἀ­νά­στη­μα τους ἐ­ναν­τί­ον τῶν Λα­τί­νων καί τῶν Τούρ­κων κα­τα­κτη­τῶν, πού συ­στη­μα­τι­κά προ­σπά­θη­σαν νά πα­ρα­σύ­ρουν τόν ὑ­πό­δου­λο λαό μας στίς πλᾶ­νες καί κα­κο­δο­ξί­ες τους, ἡ γνώ­ση αὐ­τή, σί­γου­ρα, θω­ρα­κί­ζει τήν ψυ­χή καί ἀ­τσα­λώ­νει τό φρό­νη­μα γιά νά φυ­λά­ξου­με σάν κό­ρη ὀ­φθαλ­μοῦ τήν πί­στη μας καί τά ἰ­δα­νι­κά τῆς φυ­λῆς μας.

Α­ξι­ό­λο­γοι ἑ­ρευ­νη­τές, λα­ο­γρά­φοι καί συγ­γρα­φεῖς δι­έ­σω­σαν μέ τήν πέν­να τους πολ­λά ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που μας ὅ­που σάν ὁ­δο­δεί­χτες δεί­χνουν τό δρό­μο τοῦ κα­θή­κον­τος καί τοῦ χρέ­ους στίς ἐρ­χό­μενες γε­νε­ές.

Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ὑπάρχουν καί με­ρικά Μο­ναστή­ρια στόν τό­πο μας γιά τά ὁ­ποῖ­α τί­πο­τα δέν γνω­ρί­ζου­με. ῞Ε­να ἀ­πό αὐ­τά εἷ­ναι καί τό Μο­να­στή­ρι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας λί­γα χι­λι­ό­με­τρα ἔ­ξω ἀ­πό τή Λε­με­σό. Αὐ­τοῦ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ θά προ­σπα­θή­σου­με νά φω­τί­σου­με τό σκο­τά­δι τῆς ἱστορίας του καί νά δοῦ­με ὅ­σο μπο­ρέ­σου­με κά­τι ἀ­πό τή ζω­ή του. Ἀφορμή γιά τή  ἀναφορά αὐτή στό Μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Σφαλαγγιώτισσας, ἦταν οἱ ἐρωτήσεις τῶν προσκυνητῶν πού ἔφθαναν ἐδῶ καί ἤθελαν νά μάθουν  γιά τό Μοναστήρι.

Ἀ­πό τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1989 ἐ­φη­με­ρεύ­ω στήν Μο­νή αὐ­τή καί σκέ­φθη­κα ὅ­τι κά­τι πρέ­πει νά κά­νω γιά τό θέ­μα καί νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω τήν πε­ρι­έρ­γεια τῶν προ­σκυ­νη­τῶν ἀλ­λά καί νά γί­νει μιά ἀρ­χή ἴ­σως κά­ποι­οι ἱ­κα­νώ­τε­ροι ἀ­σχο­λη­θοῦν σο­βα­ρά μέ τό θέ­μα μας.

Γρα­πτές πη­γές δέ βρή­κα­με ἀρ­κε­τές πού νά μᾶς βο­η­θή­σουν νά πλη­ρο­φο­ρη­θοῦ­με ἀ­κρι­βῶς γύ­ρω ἀ­πό τήν ὕ­παρ­ξη καί δρα­στη­ρι­ό­τη­τα του­ῦ Μο­να­στη­ριοῦ αὐ­τοῦ, για­τί τό πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου καί δυ­στυ­χῶς ἡ ἀ­μέ­λεια τῶν κα­τά και­ρούς ἐ­πι­σκό­πων Κι­τί­ου ἄ­φη­σαν νά χα­θοῦν οἱ πο­λύ­τι­μες πλη­ρο­φο­ρί­ες πού ὑ­πῆρ­χαν στή Μο­νή. Αὐ­τό φαί­νε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πι­σκε­ψη στή Μο­νή ξέ­νων πε­ρι­η­γη­τῶν πού  ἀ­να­φέ­ρον­ταν σέ συγ­κε­κρι­μέ­να πράγ­μα­τα καί ἔ­δει­χναν ὅ­τι γνώ­ρι­ζαν πράγ­μα­τα πού ἔ­μα­θαν στίς βι­βλι­ο­θῆ­κες τῶν χω­ρῶν τους.

Μέ τίς ἐ­λά­χι­στες πλη­ρο­φο­ρί­ες πού βρή­κα­με θά προ­σπα­θή­σου­με νά πλη­σι­ά­σου­με συμ­πε­ρα­σμα­τι­κά τήν ἀρ­χή καί τό τέ­λος τοῦ μο­να­στη­ριοῦ αὐ­τοῦ       

Ἔ­τσι μέ  τίς ἐ­λά­χι­στες γρα­πτές ἀ­να­φο­ρές καί τίς προ­φο­ρι­κές πα­ρα­δό­σεις τῶν κα­τοί­κων τῶν γύ­ρω χω­ρι­ῶν, ἀλλ, καί αὐ­τῶν πού ἔ­ζη­σαν γιά μι­σό αἰ­ώ­να, στό χῶ­ρο τῆς Μο­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τή ἦ­ταν ἐγ­κα­τα­λε­λη­μέ­νη, ἐλ­πί­ζου­με νά δώ­σου­με ἔ­στω καί κα­τά προ­σέγ­γι­ση με­ρι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες καί νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τή φι­λο­μά­θεια τῶν προ­σκυ­νη­τῶν, μέ­χρι πού ἵ­σως ἡ Πα­να­γί­α θε­λή­σει νά φω­τί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἱ­κα­νο­ύς στά θέ­μα­τα αὐ­τά καί πα­ρου­σιά­σουν ἀ­πό τίς πη­γές τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­κε­κρι­μέ­να στοι­χεῖ­α γιά καλ­λί­τε­ρη πλη­ρο­φό­ρη­ση

 π. Χα­ρά­λαμ­πος Νε­ο­φύ­του Ε­φη­μέ­ριος τῆς Μο­νῆς.

Γιά τήν Δεύτερη ἔκδοση.

Ἐ­πει­δή ἔ­χει ἐ­ξαν­τλη­θεῖ ἀ­πό και­ροῦ ἠ πρώ­τη ἔ­δο­ση καί  οἱ εὐ­λα­βεῖς προ­σκυ­νη­τές τῆς Πα­να­γί­ας ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται νά μά­θουν γιά τήν ἱ­στο­ρί­α καί τή  δι­α­δρο­μή τῆς Μο­νῆς αὐ­τῆς, ἀ­πε­φα­σί­σα­με νά  ἐ­πα­νεκ­δό­σου­με τό βι­ο­γρα­φι­κό τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί νά ἰ­κα­νο­ποι­ή­σου­με ἔ­τσι τή φι­λο­μά­θεια τῶν  προ­σκυ­νη­τῶν.

            Ἀ­κό­μα θά πρέ­πει νά ἐ­νη­με­ρώ­σου­με τόν  ἐ­πι­σκέ­πτη,  πού ἔρ­χε­ται νά προ­σκυ­νή­σει καί θά δι­α­πι­στώ­σει ἀλ­λα­γές τό­σο στό να­ό τῆς Μο­νῆς, ὅ­σο καί  στό γύ­ρω πε­ρι­βάλ­λον, πότε αὐτές ἔγιναν.

            Ἡ δι­α­πί­στω­σή μας, ὅ­σο ἀ­φο­ρά τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τά πού γρά­φα­με στήν πρώ­τη ἔκ­δο­ση, εἶ­ναι κα­τά τή γνώ­μη μας πο­λύ κον­τά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σύμ­φω­να καί μέ ἐ­λά­χι­στα νέ­α στοι­χεῖ­α πού βρή­κα­με καί  τά κα­τα­γράφου­με.

 

 

 

 

Ἡ πρώτη ανοικοδόμηση της Μονῆς

 

2ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΗΣ ΠΑ­ΝΑ­ΓΙΑΣ ΤΗΣ ΣΦΑ­ΛΑΓ­ΓΙ­Ω­ΤΙΣ­ΣΑΣ

Η γε­ω­γα­φι­κή θέ­ση τῆς Μο­νῆς.

 Η Μο­νή βρί­σκε­ται 4 χι­λι­ό­με­τρα βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κά τοῦ χω­ριοῦ ἅ­γιος ᾿Α­θα­νά­σιος, στήν το­πο­θε­σί­α îΣτε­νώ­μα­ταï, σ᾿ ἕ­να ὅ­μορ­φο το­πί­ο πού συν­δέ­ει τόν κά­μπο μέ τό βου­νό. Νό­τια τῆς Μο­νῆς ἑ­νά­μι­συ χι­λι­ό­με­τρο βρί­σκε­ται τό νέ­ο Κοι­μη­τή­ριο Λε­με­σοῦ. Στήν πε­ρι­ο­χή ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κοί θά­μνοι σχοινιᾶς, τρι­μι­θιᾶς, με­ρι­κές ἐ­λι­ές καί χα­ρου­πι­ές πού στά πα­λιά χρό­νια κά­λυ­πταν τήν πε­ρι­ο­χή. ᾿Α­να­το­λι­κά τῆς Μο­νῆς, ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ φα­ράγ­γι πού φα­ί­νε­ται σάν φυ­σι­κός προ­στά­της της. Δυ­τι­κά καί ἀ­πό τό ὕ­ψος τῆς Μο­νῆς ξε­κι­νᾶ μιά κοι­λά­δα πού κα­τα­λή­γει βό­ρεια τοῦ νέ­ου Κοι­μη­τη­ρί­ου καί ἑ­νώ­νε­ται μέ τό φα­ράγ­γι, σχη­μα­τί­ζον­τας ­μιά πο­διά πού στό ὕ­ψος καί τῶν δύ­ο εἶ­ναι κτι­σμέ­νη ἡ Μο­νή.

            Ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νος δρό­μος ὁ­δη­γεῖ ἄ­νε­τα τόν προ­σκυ­νη­τή στό μο­να­στή­ρι αὐ­τό. Σ᾿ ἕ­να γω­νια­κό συγ­κρό­τη­μα 150χ80 πε­ρί­που μέ­τρων εἶ­ναι κα­τα­νε­μη­μέ­να τά κε­λιά, (δι­α­με­ρί­σμα­τα) τῶν ἀ­δελ­φῶν τῆς Μο­νῆς, ἡ τρα­πε­ζα­ρί­α δύ­ο φο­ύρ­νοι, τό μα­γει­ρεῖ­ο, καί τά ἐρ­γα­στή­ρια εἰ­κο­νο­γρα­φί­ας

 

 

 

 

3.ΓΡΑ­ΠΤΕΣ ΜΑΡ­ΤΥ­ΡΙ­ΕΣ.

 

Τίς λίγες γραπτές μαρτυρίες πού βρήκαμε στήν Κύπρο γιά τό θέμα μας τίς παρουσιάζουμε ἀμέσως:

 

α) Στόν ᾿Ε­νε­τι­κό χάρ­τη Ι­Ι (ἡ Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σα) ση­μει­οῦ­ται ἅ­νω­θεν τῆς Γερ­μα­σό­γιας. Μο­νή εἰς Λε­με­σόν..[1]

 β) ῾῾ Με­τα­ξύ τῶν εἰς τόν θρό­νον Κι­τί­ου ὑ­πα­γο­μέ­νων Μο­νῶν, πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στόν ΠΑ.6. Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σα( ἐν χω­ρί­ῳ ἁγ. ᾿Α­θα­να­σί­ου), δι­ό­τι ἡ Μο­νή ἔ­κει­το τρί­α ἀγ­γλι­κά μα­κράν τοῦ χω­ρί­ου ἅ­γιος ᾿Α­θα­νά­σιος τῆς Λε­με­σοῦ, πα­ρά τῇ Γερ­μα­σό­γεια. ᾿Α­πε­κλή­θη δ᾿ οὕ­τω ἐκ τοῦ ὅ­τι ἔ­χει θαυ­μα­τουρ­γόν δύ­να­μιν νά θε­ρα­πε­ύ­ει τά δήγ­μα­τα τοῦ σφα­λαγ­γιοῦ, (ἄν­θρα­κος).

            γ) ῾Η μό­νη πε­ρί τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ λε­πτο­μέ­ρειά μας, εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­να­φέ­ρε­ται τό ὄ­νο­μα ἑ­νός τῶν ῾Η­γου­μέ­νων αὐ­τῆς, τοῦ Γε­ρα­σί­μου, κα­τά 1727 Σε­πτεμβ. 4, ἀ­να­γρα­φό­με­νον εἰς τόν Κώδ. Κι­τι.Α. σελ. 10-11. ῾­῾­.­.­..καί ὁ ῾Η­γο­ύ­με­νος τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας πα­πᾶ κύρ Γε­ρά­σι­μος πα­ρόν.­᾿᾿ ᾿Εκ το­ύ­του τεκ­μαι­ρό­με­θα τι ἡ Μο­νή ἄ­γνω­στον πό­τε ἱδρυθεῖα θά ὑφίστατο τόν ιη΄ αἰώνα»[2]

δ) Στή Μο­νή, ἀ­να­φέ­ρον­ται καί δύ­ο ξέ­νοι ἐ­πι­σκέ­πτες, ὁ G. J­e­f­f­e­ry 1918, καί ὁ R­u­n­n­is 1936.

Ὁ πρῶ­τος γρά­φει. «Πε­ρί­που 3 μί­λια ἀ­πό­στα­ση ἀ­πό τό χω­ριό ( τόν Ἅγ. Ἀ­θα­νά­σιο), βρί­σκε­ται τό Μο­να­στῆ­ρι τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας, τό ὁ­ποῖ­ο πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά του ἀ­πό θαυ­μα­τουρ­γι­κή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, ἡ ὁ­ποί­α θε­ρά­πευ­ε τίς δαγ­κω­μα­τι­ές μιᾶς μῦ­γας ἡ ὁ­ποί­α ὀ­νο­μά­ζό­ταν «σφα­λάγ­γι’ ἤ ἄν­θρα­κας. Ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κή εἰ­κό­να μα­ζί μέ ὅ­λες τίς ἄλ­λες εἰ­κό­νες τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ αὐ­τοῦ τό ὁ­ποῖ­ο δέν  ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἐν­δι­α­φέ­ρον, με­τε­φέρ­θη­σαν στήν Ἱ­ε­ράν Μητρόπολη Λεμεσοῦ.»[3]

Ὁ δεύτερος:«Τό μικρό Μοναστῆρι τῆς Πα­ναγίας τῆς Σφαλαγγιώτισσας, ἀναφέρεται ὅτι πῆρε τό ὄνομα του ἀπό μιά θαυματουργική εἰκόνα τῆς Παναγίας ἡ ὁποία, ὅπως λέγεται, θεράπευε τίς συ­νέπειες ἀπό τό δάγκωμα τῆς μῦγας σφαλάγγι ἤ ἄνθρακας. Τό μικρό κτήριο δέν  παρουσιάζει ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον καί εἶναι ἀρκετά μοντέρνο. Γειτονεύει δέ μέ δύο οἰκοισμούς (hamplets), τή Μέσα γειτονιά καί τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἀρχαῖα ἤ ἐνδιαφέρον γι’ αὐτά.»[4]

δ) Στή Μεγάλη Κυπριακή ᾿Εγκυκλοπαίδεια, στό λῆμμα Σφαλαγγιάτισσα, γίνεται  ἀναφορά στή Μονή.

Ὅπως φαίνεται  στό κατάστιχον vi τῆς Ἀρχι-επισκοπῆς Κύπρου τό Μοναστῆρι λειτουργοῦσε τό 1825 καί εἶχε 2 μοναχούς[5]

4.Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Ἡ ἔλλειψη γραπτῶν πληροφοριῶν γιά τό μο­να­στή­ρι μᾶς ἀ­νάγ­κα­σε νά στρα­φοῦ­με στήν προ­φο­ρι­κή πα­ρά­δο­ση καί στίς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων προ­σώ­πων πού εἶ­χαν ἐπα­φή μέ τή Μο­νή, ἀ­πό μι­κρῆς ἡ­λι­κί­ας. ᾿Ι­δι­α­ί­τε­ρα δέ στά πρό­σω­πα πού ἔ­ζη­σαν καί πού γεν­νή­θη­καν μέ­σα στή Μο­νή στό δι­α­στη­μα 1916-1960.

 Ἡ εἴσοδος στή Μονή

Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς ὁ ᾿Ο­δυσ­σέ­ας ᾿Α­χιλ­λέ­α μᾶς εἶ­πε τά ἑ­ξῆς;­῾῾ ῾Ο πα­τέ­ρας μου ἦλ­θε ἀ­πό τήν Πά­φο, στόν ἁγ. ᾿Α­θα­νά­σιο τό 1916, γιά δου­λειά. ᾿Ε­γώ εἴ­μου­να τό­τε 10 χρό­νων. Μπῆ­κε στήν ὑ­πη­ρε­σί­α κά­ποι­ου πλο­ύ­σιου πού λε­γό­ταν Στρα­βο­νε­ό­φυ­τος καί πρό­σε­χε τό κο­πά­δι του. Στήν ἀρχή μέ­να­με στή μάν­δρα του, στόν ἅ­γιο ᾿Ε­πι­φά­νιο, ἀ­πέ­ναν­τι τῆς ση­με­ρι­νῆς Μο­νῆς τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Σφα­λαγ­γι­ά­τισ­σας.[6]

Τό 1920 ἐ­πει­δή ὁ μά­στρος μας εἶ­χε νοι­κι­α­σμέ­νο τό Μο­να­στῆ­ρι με­τα­φέ­ρα­με τό κο­πά­δι ἐ­κεῖ καί μέ­να­με μέ­σα στά ἀ­δεια­νά σπί­τια τῆς Μο­νῆς. ῾Ο μά­στρος μας πέ­θα­νε τό 1924 σέ ἡ­λι­κί­α 70 χρό­νων. ῾Ο γέ­ρο ᾿Ο­δυσ­σέ­ας μᾶς δι­η­γή­θη­κε καί με­ρι­κά θα­ύ­μα­τα τῆς Πα­να­γί­ας τά ὀ­ποῖ­α γρά­φου­με ἀλ­λοῦ. Ε­κεῖ­νος ὅ­μως πού μᾶς δί­νει ση­μαν­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες εἶ­ναι ὁ γι­ός του ᾿Ο­δυσ­σέ­α ὁ Χα­ρά­λαμ­πος, πού χρη­μά­τη­σε κοι­νο­τάρ­χης ἁγ. ᾿Α­θα­να­σί­ου, 1990-1994.

            Ὁ Χα­ρά­λαμ­πος γεν­νή­θη­κε μέ­σα στό Μο­να­στή­ρι τό 1936, καί ἔ­φυ­γε ἀπ᾿ αὐ­τό ὅ­ταν παν­τρε­ύ­τη­κε. Τά πρῶ­τα του γράμ­μα­τα τά μά­θαι­νε στό δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο τοῦ ἅγ. ᾿Α­θα­νά­σιου. Αὐ­τός μᾶς εἶ­πε τά πιό κά­τω: « ῞Ο­ταν ἤ­μουν 8-9 χρό­νων ἔ­παι­ζα μέ­σα στά χα­λά­σμα­τα τῆς Μο­νῆς. Μιά μέ­ρα χα­λοῦ­σα πέ­τρες ἀ­πό κά­ποι­ο χα­λα­σμέ­νο τοῖ­χο. Βρῆ­κα μιά τε­τρά­γω­νη πλά­κα καί τή σή­κω­σα καί κά­τω ἀ­πό αὐ­τή φά­νη­κε κά­τι σάν δέ­μα· τό πῆ­ρα καί εἶ­δα ὅ­τι ἦ­ταν δέρ­μα προ­βά­του ραμ­μέ­νο, πού κά­τι φύ­λα­γε μέ­σα του. Τό ἄ­νοι­ξα καί βρῆ­κα ἕ­να τε­τρά­διο γραμ­μέ­νο στό χέ­ρι μέ με­λά­νι. Μέ τά λί­γα γράμ­μα­τα πού μά­θαι­να στό σχο­λεῖ­ο, ἄρ­χι­σα σι­γά σι­γά νά τό δι­α­βά­ζω, λέ­ξη, λέ­ξη. Μοῦ ἄ­ρε­σε νά τό δι­α­βά­ζω καί τό εἶ­χα πάν­τα μα­ζί μου. Κα­μιά λέ­ξη πού δέν κα­τα­λά­βαι­να μοῦ τήν ἐ­ξη­γοῦ­σε ὁ παπ­πο­ύς μου. Αὐ­τό δι­άρ­κε­σε ἀρ­κε­τό και­ρό, ὥ­σπου μιά μέ­ρα θύ­μω­σε ὁ γέ­ρος καί μέ πρό­στα­ξε νά τό πά­ρω καί νά τό βά­λω ἐ­κεῖ πού ἦ­ταν καί τά ἄλ­λα βι­βλί­α τῆς ᾿Εκκλη­σί­ας.  ἐ­πει­δή ὅ­μως μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α, πή­γαι­να καί τό ἔ­παιρ­να καί συ­νέ­χι­ζα νά τό δι­α­βά­ζω. Αὐ­τό ἦ­ταν τό 1946 πε­ρί­που᾿­᾿.

 

 

Ἡ ἀρχική εἴσοδος στό νότιο κλῖτος τοῦ Ναοῦ

 

5.Η ἵ­δρυ­ση τῆς Μο­νῆς σύμ­φω­να μέ

τό χει­ρό­γρα­φο.

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για παναγια σφαλαγγιωτισσα

Συ­νε­χί­ζον­τας ὁ κοι­νο­τάρ­χης λέ­γει: ῾῾ Θυ­μᾶ­με ὅ­τι τό τε­τρά­διο ἐ­κεῖ­νο ἔ­γρα­φε γιά τήν ἵ­δρυ­ση τῆς Μο­νῆς τά ἑ­ξῆς: Κά­ποι­ο κα­λό­γε­ρο ἀ­πό μα­κρυ­νό μέ­ρος, τόν εἶ­χε κεν­τρί­σει τό σφα­λάν­τζι καί σφα­δά­ζον­τας ἀ­πό το­ύς πόνους φώ­να­ζε῾῾ Πα­να­γί­α μου, Πα­να­γί­α μου᾿­᾿, Τή νύ­χτα στόν ὕ­πνο, τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ εἶ­πε· «Νά ἔλ­θεις στό σπί­τι μου καί θά θε­ρα­πευ­θεῖς.­»῾Ο κα­λόγε­ρος τή ρώ­τη­σε ποιά εἶ­ναι, καί τοῦ εἶ­πε, εἶ­μαι ἡ Πα­να­γί­α ἡ Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σα καί θά μέ βρεῖς στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Λε­με­σοῦ. ῎Ε­τσι ἔ­φθα­σε κα­λό­γε­ρος στή Λε­με­σό μέ φρι­κτο­ύς πό­νους καί ρω­τοῦ­σε ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σα. Κά­ποι­οι τόν ὁ­δή­γη­σαν στό χω­ριό ἅγ. ᾿Α­θα­νά­σιος κον­τά στη Λε­με­σό. ὅ­που δύ­ο ἡ­λι­κι­ωμέ­νοι εἶ­παν νά τόν πά­ρουν ἐ­κεῖ πού βρι­σκό­ταν ἡ θαυμα­τουρ­γή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας.

Μό­λις ξε­κί­νη­σαν γιά τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας οἱ πό­νοι στα­μά­τη­σαν καί ἀ­να­κου­φί­σθη­κε ὁ ἄν­θρω­πος. ῾Η εἰ­κό­να ἦ­ταν το­πο­θε­τη­μέ­νη μέ­σα σ᾿ ἕ­να μι­κρό σπή­λαι­ο, ὅ­που ἔ­και­ε νύ­χτα μέ­ρα καν­δῆ­λι. Τό μέ­ρος πού ἦ­ταν ἡ εἰ­κό­να, εἶ­ναι δύ­ο χι­λι­ό­με­τρα ἀ­να­το­λι­κά τοῦ χω­ριοῦ ἅγ. ᾿Α­θα­νά­σιος καί ἕ­να χι­λι­ό­με­τρο νό­τια τῆς ση­με­ρι­νῆς Μο­νῆς καί στή βό­ρεια ἄ­κρη τοῦ νέ­ου κοι­μη­τη­ρί­ου. ᾿Α­φοῦ προ­σκύ­νη­σε ὁ κα­λό­γε­ρος τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας[7] ἐ­πέ­στρε­ψαν στό χω­ριό.

Α­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη ὁ κα­λό­γε­ρος ρώ­τη­σε ἄν εἶ­χε κτή­μα­τα ἡ Πα­να­γί­α νά με­ί­νει νά τά καλ­λι­ερ­γεῖ, ἀλ­λά ἡ ἐ­πι­τρο­πε­ί­α, ἵ­σως τοῦ χω­ριοῦ, τόν ἔ­στει­λαν στό ἐγ­κατα­λει­μέ­νο μο­να­στή­ρι τοῦ ἁγ. Νι­κο­λά­ου τῶν Γά­των κον­τά στό χω­ριό ᾿Α­κρω­τή­ρι.  Ο κα­λό­γε­ρος πῆ­γε στό μο­να­στή­ρι αὐ­τό, ἀλ­λά ἡ μορ­φή τῆς Πα­να­γί­ας ἦ­ταν συ­νέ­χεια μέ­σα στό μυα­λό του καί δέν ἔ­φευ­γε. Σέ λί­γες μέ­ρες ἐ­πέ­στρε­ψε στό μέ­ρος πού ἦ­ταν ἡ θαυ­μα­τουρ­γι­κή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ τό βρά­δυ καί κοι­μή­θη­κε κον­τά στήν εἰ­κό­να. Σέ κά­ποι­α στιγ­μή πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ Πα­να­γί­α καί τοῦ λέ­γει· ῾῾κα­λό­γε­ρε ἀ­κο­λο­ύ­θα­με᾿᾿ Καλόγερος καί Παναγία περπάτησαν ἕνα χιλιόμετρο καί ἔφθασαν στό μέρος πού βρίσκεται ἡ σημερινή Μονή. Τό μέρος  ἦταν ἕνα ὕψωμα καί ὑπῆρχε μιά ἀναβαθμίδα στενῆς γῆς. Σταμάτησαν κοντά σ᾿ ἕνα θάμνο σχοινιᾶς καί ἡ Παναγία λέγει στόν καλόγερο. «᾿Εδῶ βρίσκεται τό ἁγίασμά μου καί νά σκάψετε νά τό βρῆτε. Νά πεῖς  στούς χριστιανούς νά κτί­σουν ἐ­δῶ μιά ᾿Εκ­κλη­σί­α.»

 

Μό­λις ὁ κα­λό­γε­ρος ἀ­νά­φε­ρε στο­ύς χρι­στι­α­νο­ύς τήν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς Πα­να­γί­ας,  φρό­ντι­σαν καί  ἔ­κτι­σαν μιά Ἐκ­κλη­σί­α στό μέ­ρος πού ὑ­πέ­δει­ξε ἡ Πα­να­γί­α. Μιά Ἐκκλη­σο­ύλ­λα ἀ­νά­λο­γα μέ τό χῶ­ρο. Ἐ­πί­σης ἔ­σκα­ψαν καί βρῆ­καν καί τό ἁ­γί­α­σμα.

Υ­πῆρ­χαν καί ἄλ­λα στό χει­ρό­γρα­φο ἀλ­λα δέν τά θυ­μᾶ­ται ὅ­λα ὁ συ­νο­μι­λη­τής μας. ᾿Ε­κεῖ­νο πού θυ­μᾶ­μαι πο­λύ ζω­η­ρά, λέ­γει, εἶ­ναι ἡ πε­ρι­γρα­φή τῆς κα­τα­στρο­φῆς τῆς Μο­νῆς καί τῆς ἀ­νε­ύ­ρε­σης τῆς εἰ­κό­νας.

    ῎Ε­γρα­φε ἐ­κεῖ­νο τό τε­τρά­διο, ὅ­τι, ὅ­ταν οἱ Μο­να­χοί θέ­ρι­σαν τά σπαρ­τά τους καί τά μά­ζε­ψαν γιά νά τά ἀ­λω­νέ­ψουν, πῆ­γα οἰ Τοῦρ­κοι μιά νύ­χτα καί ἔ­βα­λαν φω­τιά καί κά­η­καν ὅ­λα. ὁ ῾Η­γο­ύ­με­νος τήν ἄλ­λη μέ­ρα πῆ­γε στόν Πα­σᾶ καί τοῦ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. ῾Ο Πα­σᾶς τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά τόν προ­στα­τέ­ψει, ἀλ­λά ἀν­τί προ­στα­σί­ας, τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἐ­πέ­δρα­μαν στή Μο­νή Τοῦρ­κοι καί ἔ­σφα­ξαν ὅ­σους μο­να­χο­ύς βρῆ­καν καί λε­η­λά­τη­σαν τή Μο­νή. Φε­ύ­γον­τας πῆ­ραν μα­ζί τους καί τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας καί γιά ἄ­γνω­στους λό­γους, ἑ­να χι­λι­ό­με­τρο μα­κρυά τήν ἔ­ρι­ξαν μέ­σα σ᾿ ἕ­να θά­μνο σχοι­νιᾶς.

Γιά τρί­α χρό­νια κα­νέ­νας χρι­στια­νός τῆς πε­ρι­ο­χής δέν ξε­μυ­τοῦ­σε στό μέ­ρος τῆς Μο­νῆς, ἀ­πό φό­βο καί ἡ Μο­νή ἔ­μει­νε στὀ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ.

Εἶ­χαν πε­ρά­σει τέσ­σε­ρα χρό­νια,  καί κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο ἐ­κε­ί­νη, δέν εἶ­χε βρέ­ξει κα­θό­λου καί ὑ­πέ­φε­ραν Χρι­στια­νοί καί Τοῦρ­κοι. ῎Ε­τσι μιά ἀν­τι­προ­σω­πε­ί­α πῆ­γε στόν Πα­σᾶ καί τόν πα­ρα­κά­λε­σε νά φρον­τί­σει νά βρε­θεῖ ἡ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, πού δι­α­πί­στω­σαν τήν ἀ­που­σί­α της ἀ­πό τή Μο­νή, γιά νά κά­νουν δέ­η­ση νά βρέ­ξει, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά κα­τα­στρα­φοῦν Χρι­στια­νοί καί Τοῦρ­κοι μα­ζί.

Ο Πα­σᾶς ἔ­δει­ξε κα­τα­νό­η­ση καί το­ύς ὑ­πο­σχέ­θη­κε πώς θά φρον­τί­σει. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα κι­ό­λας ἔ­στει­λε ἀ­να­κρι­τή στή Λε­με­σό καί ἄρ­χι­σε νά ἀ­να­κρί­νει χρι­στι­α­νο­ύς καί το­ύρ­κους. Με­τά ἀ­πό πολ­λές ἐ­ξε­τά­σεις τῶν κα­το­ί­κων τῆς πε­ρι­ο­χῆς, πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ ἄν­θρω­πος πού γνώ­ρι­ζε τό μέ­ρος ὅ­που βρι­σκό­ταν ἡ εἰ­κό­να. Αὐ­τός ἦ­ταν ὁ Κια­μήλ Χα­σάν, καί ἦ­ταν μι­σταρ­κός σ᾿ ἕ­να χρι­στια­νό, ἀ­πό μι­κρός. Τήν ἡ­μέ­ρα τῆς σφα­γῆς τῶν μο­να­χῶν ἔ­βο­σκε τό κο­πά­δι τοῦ μά­στρου του, λί­γο πιό πέ­ρα ἀ­πό τή Μο­νή στήν το­πο­θε­σί­α ῾῾Με­λισ­σό­κρε­μος᾿᾿ καί εἶ­δε το­ύς φο­νιᾶ­δες πού ἔ­φευ­γαν καί σέ μιά στιγ­μή ἔ­ρι­ξαν τήν εἰ­κό­να μέ­σα στή σχοι­νιᾶ, ἀλ­λά ἀ­πό τό φό­βο του δέν ἀ­νέ­φε­ρε τί­πο­τα σέ κα­νέ­να.

Ἡ εἰκόνα τῆς Σφαλαγγιώτισσας πού βρέθηκε στη σχοινιά  μακρυά ἀπό τή Μονή.

Ο­ταν ὀ ἀ­να­κρι­τής ἔ­μα­θε ποῦ βρί­σκε­ται ἡ εἰ­κό­να, κά­λε­σε το­ύς χρι­στι­α­νο­ύς, καί μα­ζί μέ τόν Κια­μήλ, ξε­κί­νη­σαν γιά τό μέ­ρος πού το­ύς εἶ­πε ὅ­τι βρί­σκε­ται ἡ εἰ­κό­να. ῎Ε­φθα­σαν στό μέ­ρος πού βρί­σκε­ται σή­με­ρα τό ἀν­τλι­ο­στά­σιο τῆς Μο­νῆς καί ξαφ­νικά ὁ Κια­μήλ λέ­γει στούς ἄλ­λους· στα­μα­τᾶ­τε! για­τί κά­τι συμ­βα­ί­νει στή σχοι­νιά. Βλέ­πω μιά χα­νο­ύ­μισ­σα νά κλα­ί­ει· κα­νέ­νας ὅ­μως δέν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα καί συ­νέ­χι­σαν τό δρό­μο τους. ῞Ο­ταν ἔ­φθα­σαν στή σχοι­νιά κύ­τα­ξαν καί βρῆ­καν τήν εἰ­κό­να ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στό κορ­μό τοῦ δέν­δρου, πού εἶ­χε με­γά­λω­σει πιά. Μέ πολ­λή συγ­κί­νη­ση καί δά­κρυ­α πῆ­ραν οἱ χρι­στια­νοί τήν εἰ­κό­να καί ξε­κί­νη­σαν γιά τή Μο­νή. Στό δρό­μο καί ἐ­νῶ ἦ­ταν κα­λο­καῖ­ρι καί ὁ οὐ­ρα­νός κα­θα­ρός, ξαφ­νι­κά συ­νέ­φια­σε καί ξέ­σπα­σε κα­ται­γί­δα. ῾Ο Τοῦρ­κος ἀ­να­κρι­τής ἔ­λε­γε «τρέ­ξε­τε στό τζια­μί της γιά γλυ­τώ­σου­με᾿»­᾿. Πῆ­ραν τήν εἰ­κό­να,τήν το­πο­θέ­τη­σαν στή θέ­ση της καί ὁ Τοῦρ­κος ἀνα­κρι­τής ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι δέ θά ξα­να­πει­ρα­χθεῖ ἡ μο­νή.

Αὐ­τά εἶ­ναι πού θυ­μᾶ­ται ὁ συ­νο­μι­λη­τής μας ἀ­πό τό τε­τρά­διο ἐ­κεῖ­νο πού ἄν καί ἐλ­λει­πῆ ρί­χνουν κά­ποι­ο φῶς στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Μο­νῆς αὐ­τῆς.

Ε­κτο­τε στή Μο­νή ἵ­σως, πε­ρι­ο­δι­κά νά κα­τοί-κοι­σαν μο­να­χοί,   για­τί σύμ­φω­να μέ τή μαρ­τυ­ρί­α πού προ­α­να­φέ­ρα­με ἀρ­χές τοῦ 18ου αἰ­ώ­να, ὁ Πα­πα Γε­ρά­σι­μος ἀ­να­φε­ρό­ταν σάν ῾Η­γο­ύ­με­νος τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας. Δέν γνω­ρί­ζου­με ἄν ὑ­πῆρ­χαν καί πό­σοι μο­να­χοί.

Τό σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι  ἀργότερα ἡ Μο­νή νι­κοι­ά­ζο­ταν ἀ­πό τή Μη­τρό­πο­λη Κι­τί­ου σέ δι­ά­φο­ρους γε­ωρ­γο­ύς ἤ βο­σκο­ύς.

Στή δι­ή­γη­ση πού  ἀκούσαμε  ὑπάρχουν  μερικά στοιχεῖα πού ἄν τά συσχετίσουμε μέ κάποια γεγονότα πού συνέβηκαν στό παρελθόν, πιστεύω πώς θά προσεγγίσουμε τό χρόνο τῆς ἴδρυσης καί παρακμής τῆς μονῆς αὐτῆς.

6.ΠΟΤΕ ΙΔΡΥΘΗΚΕ Η ΜΟΝΗ;

 Ἕ­να στοι­χεῖ­ο πού μᾶς βο­η­θᾶ νά προ­σεγ­γί­σου­με τό χρό­νο πού ἱ­δρύ­θη­κε ἡ Μο­νή τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας, (Τό δεύτερο, πιστεύω) εἶ­ναι τό ἑ­ξῆς: Στή δι­ή­γη­σή πιό πί­σω ἀ­να­φέ­ρα­με πώς ὁ κα­λό­γε­ρος εἶ­χε πά­ει στή Μο­νή τοῦ ἁγ. Νι­κο­λά­ου τῶν Γά­των, καί με­τά ἀ­πό ὑ­πό­δει­ξη τῆς Πα­ναγί­ας ἄρ­χι­σε νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό Μο­να­στῆ­ρι τῆς Σφα­λαγγιώτισσας.

Τό­τε τό Μο­να­στῆ­ρι ἁγ. Νι­κο­λά­ου  ἦ­ταν ἔ­ρη­μο ἀ­πό μο­να­χο­ύς ὅ­πως θά δοῦ­με στή συ­νέ­χεια. Ἐ­ρευ­νή­σα­με καί βρή­κα­με γρα­πτές ἱ­στο­ρι­κές πη­γές πού βο­η­θοῦν κα­θο­ρί­σου­με τό χρό­νο τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης τῆς Μο­νῆς τοῦ ἁγ. Νι­κο­λά­ου. ῾Ο Ι. Χά­κετ, στήν ῾Ι­στο­ρί­α τῆς Κύ­πρου, Τό­μος α΄ γρά­φει: ῾῾ ἐ­κτός ἀ­πό τήν κα­τα­στρο­φή στά Μο­να­στή­ρια πού ἔ­γι­νε κα­τά τήν κα­τά­λη­ψη τῆς Κύ­πρου ἀ­πό το­ύς Το­ύρ­κους, ἔ­γι­νε καί κά­τι χει­ρό­τε­ρο στή συ­νέ­χεια. Τό 1585 ὁ Σουλ­τά­νος Μου­ράτ ὁ Γ’. δι­έ­τα­ξε νά που­λη­θοῦν τά Μο­να­στή­ρια. Οἱ Τοῦρ­κοι μέ ἀ­φορμή τό δι­ά­ταγ­μα αὐ­τό προ­έ­βη­σαν σέ φο­βε­ρές λε­η­λα­σί­ες καί ἔ­γι­νε τό­τε με­γά­λος κλαυθ­μός καί ὀ­δυρ­μός ἀ­πό Μο­να­χο­ύς καί λα­ϊ­κο­ύς.

Αὐ­τά ἀ­να­φέ­ρει καί ὁ μα­κα­ρι­στός κα­θη­γη­τής ᾿Ι­ω­άν­νης Τσι­κνό­πουλ­λος.

( ῾Ι­στο­ρί­α τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας τῆς Πά­φου σελ. 79). Γρά­φει· ὅ­τι, στόν Πα­ρι­σι­νό Κώ­δι­κα 71, Φ. 53 β, δι­ά­βα­σε τά ἑ­ξῆς : ῾῾ Τό 1585 ῾Ο Σουλ­τά­νος Μου­ράτ ὁ Γ. δι­έ­τα­ξε νά πω­λη­θοῦν τά Μο­να­στή­ρια. Καί οἱ Τοῦρ­κοι προ­έ­βη­σαν εἰς φο­βε­ράς λε­η­λα­σί­ας καί παν­τε­λῆ ἐ­ρή­μω­ση τῶν Μο­να­στη­ρί­ων, ἀ­φά­νι­σαν αὐ­τά παν­τε­λῶς καί ἐ­γέ­νε­το μέ­γας κλαυθ­μός καί ὀ­δυρ­μός τῶν Μο­να­χῶν καί πᾶ­σι τοῖς ὀρ­θο­δό­ξοις᾿­᾿.

Ε­πί­σης,  ὁ S­i­re V­i­l­l­a­m­o­nt, ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τή Μο­νή τοῦ ἁγ. Νι­κο­λά­ου καί τήν πε­ρι­γρά­φει, ῾῾ ὥς ἄ­θι­κτον, παρ᾿ ὅ­λο πού οἱ Τοῦρ­κοι κα­τά τήν κα­τά­λη­ψη τῆς νή­σου, ἔ­δι­ω­ξαν ἤ φό­νευ­σαν το­ύς Μο­να­χο­ύς της᾿­᾿.

Ἡ Μο­νή τοῦ ἁγ. Νι­κο­λά­ου, φα­ί­νε­ται ἀ­πό τά πιό πά­νω, ὅ­τι τό δε­ύ­τε­ρο μι­σό τοῦ 16ου αἰ­ώ­να ἦ­ταν χω­ρίς μο­να­χο­ύς. Υ­πο­θέ­του­με λοι­πόν, ὅ­τι ἵ­σως τέ­λος τοῦ 16ου, ἤ ἀρ­χές τοῦ 170υ αἰ­ώ­να νά ἱ­δρύ­θη­κε ἡ Μο­νή τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας. ᾿Αλ­λά καί τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ Μο­νή τό 19ο αἰ­ώ­να εἶ­χε τό­σο με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α καί οἰ­κο­δο­μές καί φαι­νό­ταν νά ἦ­ταν κα­λά συγ­κρο­τη­μέ­νη, μέ κο­πά­δια, μέ ἐ­λι­ό­μυ­λο, μέ καλ­λι­έρ­γεια σι­τη­ρῶν, ( ὅ­πως ἔ­λε­γαν οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι τῆς πε­ρι­ο­χῆς, πού σή­με­ρα δέ βρί­σκον­ται στή ζωή), αὐ­τά ὅ­λα γιά νά γί­νουν σί­γου­ρα, χρει­ά­στη­καν πολ­λά χρό­νια.

Ε­χω ἀ­κο­ύ­σει ἀ­πό ἀν­θρώ­πους τῆς περιοχῆς, ὅτι ὑπῆρχε ἡ παράδοση ὅτι τό Μοναστήρι ἦταν ἀνδρικό μέ 60 καλόγερους καί εἶχε καί μεγάλο κοπάδι.

Βορειοανατολικά τοῦ μοναστηριοῦ εἶναι καί τό ἁλώνι πού ἁλώνιζαν τά σπαρτά τους. ῾Υπῆρχαν ἀρκετά δείγματα τῆς εὐημερίας τοῦ Μοναστηριοῦ, ἀλλά ὅσο περνᾶ ὁ καιρός χάνονται γιατί ἄλλαξε ριζικά ὁ χῶρος καί ἡ ὄψη τῆς παλιᾶς Μονῆς.  Τήν παλιά αἴγλη τῆς Μονῆς μαρτυροῦν διάφορα λεί­ψανα ὅπως ὁ ἐλιόμυλος, μερικές σκαλιστές πέτρες καί τά ἐ­ρη­πω­μέ­να κε­λιά. Σή­με­ρα δυ­στυ­χῶς δέν ὑ­πάρ­χουν. Χά­θη­καν μέ­σα στίς  δι­ά­φο­ρες ἀλ­λα­γές καί τρο­πο­ποι­ή­σεις πού  ἔ­χουν γί­νει

 

7.ΠΟ­ΤΕ ΕΓ­ΚΑ­ΤΑ­ΛΕΙ­ΦΘΗ­ΚΕ Η ΜΟ­ΝΗ;

Δυ­στυ­χῶς καί γιά τό πό­τε ἔ­πα­ψε νά λει­τουρ­γεῖ ἡ μο­νή δέν ἔ­χου­με γρα­πτές πλη­ρο­φο­ρί­ες. ῞Ο­πως κα­τά προ­σέγ­γι­ση το­πο­θε­τή­σα­με τήν ἵ­δρυ­σή της, κα­τά προσέγ­γι­ση θά βροῦ­με καί τήν ἐγ­κα­τά­λει­ψή της.

Ἔ­χου­με πεῖ πιό πί­σω ὅ­τι, τή Μο­νή νοι­κί­α­ζε ἡ Μη­τρό­πο­λη Κι­τί­ου σέ ἱ­δι­ῶ­τες. ῎Ε­τσι ἔ­χου­με μιά σί­γου­ρη πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι στήν ἀρχή τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἡ Μο­νή ἦ­ταν νοι­κι­α­σμέ­νη. Ο μα­κα­ρι­στός Πα­πα­νι­κό­λας Μαρ­νέ­ρος, μοῦ εἶ­πεν, ὅ­τι στήν ᾿Εκ­κλη­σί­α τῆς Γερ­μα­σό­γειας, ὑ­πάρ­χει τρι­κέ­ρι ἀ­ση­μέ­νιο, μέ τή χρο­νο­λο­γί­α 1810, δῶ­ρο τοῦ Πα­ύ­λου ἱ­ε­ρέ­α, πού εἶ­χε τό­τε ἴ­σως κτή­μα­τα τῆς Μο­νή νοι­κι­α­σμέ­να, για­τί ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με στήν ἀρ­χή, τόν και­ρό ἐ­κεῖ­νο , τό 1825 ὑ­πῆ­ρ­χαν ἀκόμα  δύ­ο μο­να­χοί.

Τό γε­γο­νός ὅ­τι, ἀρ­χές τοῦ 18ου αἰ­ώ­να (1727), ὅ­πως εἴ­δα­με πιό πί­σω, τό Μο­να­στῆ­ρι εἶ­χε ῾Η­γο­ύ­με­νο κά­ποι­ο Πα­πα­Γε­ρά­σι­μο,  καί τό 1825 εἶ­ναι βέ­βαι­ο πιά ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν ἔ­στω καί δύ­ο μο­να­χοί τό Μο­να­στῆ­ρι ἐγ­κα­τα­λε­ί­φθη­κε ὁ­ρι­στι­κά τό πρῶ­το μι­σό τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, δη­λα­δή με­τά τό 1825

Αὐ­τά λοι­πόν εἶ­ναι τά στοι­χεῖ­α πού πλη­σι­ά­ζου­με τήν ἵ­δρυ­ση καί τή δι­ά­λυ­ση τῆς ἀ­να­φε­ρο­μέ­νης Μο­νῆς. .

8.ΤΟ ΣΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΟ ΜΟ­ΝΑ­ΣΤΗ­ΡΙ

Τό Μο­να­στή­ρι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Σφα­λαγγι­ώ­τισ­σας ἀ­πό τήν ἵ­δρυ­σή του ἦ­ταν ἀν­δρι­κό καί σύμ­φω­να μέ τίς πα­ρα­δό­σεις γνώ­ρι­σε μέ­ρες εὐ­η­με­ρί­ας καί προ­ό­δου. Κά­πο­τε ὅ­μως βρή­κα­νε τήν πα­τρί­δα μας, τό νη­σί μας, χρό­νια δύ­σκο­λα καί μαρ­τύ­ρια φο­βε­ρά. Τό­σο ὁ λα­ός, ὅ­σο καί οἱ ἄρ­χον­τες καί τά μο­να­στή­ρια μέ το­ύς μο­να­χο­ύς ὑ­πέ­φε­ραν πο­λύ. Οἱ κα­τα­κτη­τές ἕ­νας μέ τόν ἄλ­λο, πρῶ­τα οἱ Φράγ­κοι, ὑ­στε­ρα οἱ Τοῦρ­κοι, πί­ε­σαν, ὑ­πο­χρέ­ω­σαν, βα­σά­νι­σαν τό λαό μας γιά νά ἀρ­νη­θεῖ τήν ὀρ­θό­δο­ξη τοῦ πί­στη καί νά ἀ­σπα­σθεῖ τήν πλά­νη καί τήν αἵ­ρε­ση. ᾿Ε­πει­δή τά Μο­να­στή­ρια μέ το­ύς μο­να­χο­ύς ἦ­ταν τά κά­στρα πού ἐμ­πό­δι­ζαν το­ύς ἄ­νο­μους καί δι­ε­φθαρ­μέ­νους σκο­πο­ύς τῶν κα­τα­κτη­τῶν, μέ θρά­σος καί βαρ­βα­ρό­τη­τα ἔ­πε­σαν πά­νω στο­ύς μο­να­χο­ύς, ἄλ­λους βα­σά­νι­σαν καί ἄλ­λους σκό­τω­σαν σκορ­πί­ζον­τας παν­τοῦ

Δυτική θέα του Ναού  (πρωτη φάση)

Ἡ ἴδια στή ( δεύτερη φάση)

 

τό φό­βο καί τόν τρό­μο, ὅ­πως ἡ ἱ­στο­ρί­α μαρ­τυ­ρεῖ. ῎Ε­τσι, τό Μο­να­στή­ρι τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας δέ μπο­ροῦ­σε νά ἀ­πο­τε­λέ­σει ἐ­ξα­ί­ρε­ση καί μιά μέ­ρα δέ­χθη­κε καί αὐ­τό τήν ἐ­πι­δρο­μή τῶν Το­ύρ­κων καί τό λε­η­λά­τη­σαν καί ἔ­σφα­ξαν το­ύς μο­ναχο­ύς του. ᾿Α­πό τό­τε μέ­νει ἔ­ρη­μο καί χω­ρίς μο­να­χο­ύς.  ῾Η Μη­τρό­πο­λη Κι­τί­ου τό νοι­κί­α­ζε σέ ἱ­δι­ῶ­τες. Ἐν­δι­α­φέ­ρον δέν ἔ­δει­ξε κα­νέ­νας ἐ­πί­σκο­πος καί τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νά χα­θοῦν πο­λύ­τι­μα ἀν­τι­κε­ί­με­να καί στοι­χεῖ­α γιά τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Μο­νῆς. Τό πρῶ­το μι­σό τοῦ 19ου αἰ­ώ­να τά κα­τα­λύ­μα­τα τῆς Μο­νῆς ἦ­ταν μάν­δρα προ­βά­των καί κα­τοι­κί­α τῶν βο­σκῶν μέ κα­τά­λη­ξη στήν φθο­ρά καί στήν ἐ­ρή­μω­ση.

9.Η ἀνασύσταση τῆς Μονῆς.

 

Τό Μά­ϊ­ο τοῦ 1977 με­ρι­κές μο­να­χές ἀ­πό τή μο­νή τοῦ ἁγ. Γε­ωρ­γί­ου τοῦ ᾿Α­λα­μά­νου, μέ προ­ϊ­στα­μέ­νη τήν μο­να­χή Παν­σέ­μνη, μέ τήν ἄ­δεια καί τίς εὐ­λο­γί­ες τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη Λε­με­σοῦ Χρυ­σάν­θου, ἄρ­χι­σαν τήν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς ἐ­ρει­πω­μέ­νης Μο­νῆς, μιά ἐρ­γα­σί­α πού ὑ­πε­ρέ­βαι­νε τίς γυ­ναι­κεῖ­ες δυ­νά­μεις. Με­τά ἀ­πό πολ­λο­ύς κό­πους καί ἱ­δρῶ­τες, μέ­σα σέ λί­γα χρό­νια καί μέ τή βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας ἔ­κτι­σαν ἕ­να ὄ­μορ­φο καί γρα­φι­κό Μο­να­στή­ρι, γιά τό ὁ­ποῖ­ο θά σᾶς μι­λή­σου­με στή συ­νέ­χεια.

Ὅ­ταν πρω­το­δι­ω­ρί­σθη­κα ἐ­φη­μέ­ριος ἐ­κεῖ, τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1989, ὑ­πῆρ­χαν 12 ἀ­δελ­φές μέ ῾Η­γου­μέ­νη τήν μο­να­χή Παν­σέ­μνη καί ἀ­σκοῦν­ταν σύμ­φω­να μέ τό πα­ρα­δο­σια­κό Μο­να­χι­κό Τυ­πι­κό. Σή­με­ρα ἡ ἀ­δελ­φό­τη­τα τῆς Μο­νῆς αὐ­ξή­θη­κε στίς 20 ἀ­δελ­φές καί ἡ ἀ­να­κα­ί­νι­ση τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ ἔ­φθα­σε στό ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της.

Ὁ ναός τῆς μονῆς

Περ­νώ­ντας τήν εἴ­σο­δο ἐ­πι­σκέ­πτης, βρί­σκε­ται στήν πλα­κό­στρω­τη αὐ­λή καί περ­νᾶ ἀ­μέ­σως στό ναό στόν ὁ­ποῖ­ο αἰ­σθά­νε­ται τή μυ­ρου­διά τοῦ λι­βα­νιοῦ καί κα­τα­νύ­γε­ται ἀ­πό τή ἅ­για ἀ­τμό­σφαι­ρα πού ὑ­πο­βάλ­λουν οἱ ἅ­γι­ες μορ­φές τῶν εἰ­κό­νων, ἡ τάξη Τό εἰκονοστάσι τοῦ Ναοῦ, τό τέμπλο.

καί ἡ  εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ.

Ὁ ναός τῆς Μονῆς εἶναι ἐκτός τοῦ χώρου τῶν κελιῶν. ῾Ο παλαιός ναός ἤτανε μικρότερος τοῦ σημερινοῦ. Κατά τήν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς πρόσθεσαν ἀκόμα 13 πόδια καί ἔγινε, 35Χ13, σύν 12 πόδια τό ῞Αγιο Βῆμα, (τό ἱερό). Στό ναό ἔγιναν τοὐλάχιστον τρεῖς ἐπεμβάσεις, ὅπως μοῦ εἶχε πεῖ ὁ ἐρ­γο­λά­βος. Αὐ­τό φα­ί­νε­ται καί ἀ­πό τό τέμ­πλο τοῦ να­οῦ πού πα­ρου­σι­ά­ζει δύ­ο ἄ­νό­μοι­ες κα­τα­σκευ­ές. Τό πά­νω μέ­ρος τῶν μι­κρῶν εἰ­κό­νων ἔ­χει δι­α­φο­ρε­τι­κή κα­τα­σκευή ἀ­πό τό κά­τω πού βρί­σκον­ται οἱ με­γά­λες εἰ­κό­νες.

Σί­γου­ρα, πα­λαι­ό­τε­ρη ἐ­πέμ­βα­ση στό ναό πρό­σθε­σε ὕ­ψος καί ἔ­πρε­πε καί τό τέμ­πλο νά ψη­λώ­σει καί γιά τοῦ­το ὑ­πάρ­χουν δύ­ο τε­χνο­τρο­πί­ες στήν κα­τα­σκευή του. Τέ­τοι­ο σκά­λι­σμα τέμ­πλου δέν ἔ­χω δεῖ ἀλ­λοῦ. Σέ κά­ποι­α νη­σιά τοῦ Αἰ­γα­ί­ου ὑ­πάρ­χουν πα­ρό­μοι­α καί λέ­νε ὅ­τι εἶ­ναι ἰ­τα­λι­κῆς κα­τα­σκευ­ῆς τοῦ 16ου αἰ­ώ­να.

Με­ρι­κά μέ­ρη τοῦ τέμ­πλου φθά­ρη­καν καί Κύ­πριος τε­χνί­της τά δι­όρ­θω­σε μέ δι­κά του σχέ­δια. Στό τέμ­πλο βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα ἡ πα­λιά εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας πού ἔ­πα­θε ζη­μιά ἀ­πό φω­τιά καί δι­ορ­θώ­θη­κε καί συν­τη­ρή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό εἰ­δι­κό τε­χνί­τη.

            Καί ἡ εἰ­κό­να τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας, πού βρέ­θη­κε μέ­σα στή σχοι­νιά, εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη σέ θρο­νί καί μέ μιά πα­λά­μη τε­νε­κε­δέ­νια νά κρέμ­με­ται πά­νω ἀ­πό τήν εἰ­κό­να. Γιά τήν πα­λά­μη αὐ­τή θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στά θα­ύ­μα­τα τῆς Πα­να­γί­ας.

Ξε­χω­ρι­στή τε­χνο­τρο­πί­α πα­ρου­σι­ά­ζει ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κή ὄ­ψη τοῦ ῾Ι­ε­ροῦ, τέ­τοι­α δέ θά δεῖς στήν Κύ­προ.  Βγα­ί­νον­τας ἀ­πό τό ναό καί πη­γα­ί­νον­τας ἀ­να­το­λι­κά, βλέ­πεις τή πό­λη τῆς Λε­με­σοῦ σάν νά βρί­σκε­σαι σέ με­γά­λο πα­νο­ρα­μα­τι­κό μπαλ­κό­νι. Προ­χω­ρών­τας πιό πέ­ρα στό πλα­κό­στρω­το τῆς αὐ­λῆς, στή βό­ρεια πλευ­ρά τοῦ να­οῦ, εἶ­ναι ἄλ­λα κτί­σμα­τα.

Ἡ ἀνατολική καί βόρεια πλευρά τοῦ Ναοῦ (1η φάση)

Ἡ ἴδια θέα σέ 2η φάση προσφάτων ἐργασιῶν

10.ΤΟ ΑΓΙΑΣΜΑ

 Λί­γα μέ­τρα ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό, μέ σκα­λο­πά­τια κα­τε­βαί-νει κά­ποι­ος στό ἁ­γί­α­σμα τῆς Πα­να­γί­ας. Πα­λιά τό ἁ­γί­α­σμα, ἦ­ταν πη­γά­δι μέ­σα στήν αὐ­λή τοῦ να­οῦ, ἀλ­λά ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­σκα­ψαν καί τό βρῆ­καν ἀ­πό τήν ἀ­να­το­λι­κή πλευ­ρά τοῦ να­οῦ, γιά εὐ­κο­λό­τε­ρη πρό­σβα­ση ἀ­πό το­ύς πι­στο­ύς. ῾Η λά­σπη ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα θε­ρά­πευ­ε πολ­λές δερ­μα­τι­κές πα­θή­σεις.

Μό­λις τε­λει­ώ­σουν τά σκα­λο­πά­τια γυρ­νών­τας δε­ξιά ἀ­νο­ί­γεις μιά σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα καί εὶ­σέρ­χε­σαι στό ἁ­γί­α­σμα πού εἶ­ναι πεν­τα­κά­θα­ρο καί μπο­ρεῖς νά πι­εῖς ἄ­φο­βα.

Αὐ­τά ὅ­σο ἀ­φο­ρᾶ τή Μο­νή ἀ­πό τήν πε­ρί­ο­δο 1977 -2000 , ὅ­πως τήν ἔ­χω γνω­ρί­σει. ἀ­πό τό 2000 καί με­τά ἄρ­χι­σε νέ­α προ­σπά­θεια καλ­λι­τέ­ρευ­σης τό­σο τοῦ Να­οῦ ὅ­σο καί τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος χώ­ρου.

Βέ­βαι­α τώ­ρα ἄλ­λα­ξαν ἀρ­κε­τά πράγ­μα­τα τό­σο στό Να­ό ὅ­που ἁ­γι­ο­γρα­φή­θη­κε, ὄ­σο καί στόν γύ­ρω χῶ­ρο. Στό ἁ­γί­α­σμα ἔ­γι­ναν ἔρ­γα πού ἄλ­λα­ξαν τε­λεί­ως­τά πα­λιά. Ἔ­γι­νε νέ­α εἴ­σο­δος καί μιά  ψη­φι­δω­τή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας στο­λί­ζει τόν τοῖ­χο τοῦ ἁ­γι­ά­σμα­τος.

Ὁ ἐσταυρωμένος ἔργο τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς

11.ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Ἡ Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α, ἡ Πα­να­γί­α μας, με­τά ἀ­πό τόν Υἱ­όν της καί Θεό μας, εἶ­ναι ὁ με­γά­λος εὐ­ερ­γέ­της τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους. ᾿Α­πό τά δε­ξιά τοῦ Κυ­ρί­ου πού βρί­σκε­ται πάν­το­τε, δί­πλα στό θρό­νο τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ, πρε­σβε­ύ­ει, πα­ρα­κα­λεῖ γιά ἐ­κε­ί­νους πού τήν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται καί γιά ὅ­λο τόν κό­σμο. Χα­ρι­τω­μέ­νει ἡ ἴ­δια ἀ­πό τό Θεό, τρέ­χει στή βο­ή­θεια κά­θε ἀν­θρώ­που πού πι­στε­ύ­ει στόν Υἱ­όν της καί ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τήν βο­ή­θειά της. Εἶ­ναι γιά τοῦ­το πού σέ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς ὑ­δρο­γε­ί­ου συ­ναν­τοῦ­με να­ο­ύς κτι­σμέ­νους στό ὄ­νο­μά της καί μέ δι­α­φο­ρετκά ὀ­νό­μα­τα, ἀ­νά­λο­γα μέ τή βο­ή­θεια πού πρόσ-φε­ρε στο­ύς ἀν­θρώ­πους. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, ὅ­πως τό Μο­ναστῆ­ρι πού ἀ­να­φε­ρό­μα­στε λέ­γε­ται, Τῆς Σφα­λαγ­γιώ­τισ­σας, ἐ­πει­δή θε­ρά­πευ­ε τό ἐ­πώ­δυ­νο κέν­τρι­σμα τοῦ σφα­λαγ­γιοῦ.

Τό πρῶ­το καί με­γά­λο θαῦ­μα τῆς Πα­να­γί­ας στήν πε­ρι­ο­χή ἀ­πό τόν ἅ­γιο ᾿Α­θα­νά­σιο μέ­χρι τή Γερ­μα­σό­γεια ἕ­ως τή Μα­θη­κο­λώ­νη,  ἡ Πα­να­γί­α ἐ­ξου­δε­τέ­ρω­νε τούς πό­νους ἀ­πό τό κέν­τρι­σμα τῶν σφα­λαγ­γι­ῶν. ῏Η­ταν πο­λύ με­γά­λη εὐ­ερ­γε­σί­α γιά το­ύς ἀν­θρώ­πους τό­τε πού δέν ὑ­πῆρ­χαν φάρ­μα­κα. Καί ἡ ἵ­δρυ­ση τῆς Μο­νῆς ἀρ­χί­ζει ἀ­πό ἕ­να τέ­τοι­ο θα­ύ­μα ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με πρίν. Τά θα­ύ­μα­τα πού κα­τέ­γρα­ψα ἐ­δῶ εἶ­ναι ἐ­λά­χι­στα ἀ­πό τό πλῆ­θος πού ἔ­κα­με ἡ Πα­να­γί­α. Τά θα­ύ­μα­τα αὐ­τά τά ἄ­κου­σα ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού τά εἶ­δαν καί τά ἔ­ζη­σαν. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί πού τά δι­η­γή­θη­καν ἀ­πέ­θα­ναν πρίν λίγα χρόνια.

Ο ᾿Ο­δυσ­σέ­ας πού ἔ­ζη­σε μι­σόν αἰ­ώ­να στά κα­τα­λύ­μα­τα τῆς μο­νῆς, ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας πολ­λῶν θαυ-μά­των. Αὐ­τά πού κα­τα­γρά­φω μοῦ τα δι­η­γή­θη­κε ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι τῶν γη­ρα­τει­ῶν του, πού εὐ­τυ­χῶς, εἶ­χε πλή­ρη δι­α­ύ­γεια πνε­ύ­μα­τος.

Ἡ εἰκόνα αὐτή βρίσκεται στό τέμπλο, καί εἶναι αὐτή πού ἀπό ἀμέλεια ἔκαψε ὁ τοῦρκος καί τιμωρήθηκε σκληρά ὄπως ἀναφέρουμε πιό πίσω. Διακρίνεται τό κάψιμο στη μέση

Μοῦ δι­η­γή­θη­κε λοι­πόν ὁ Γέ­ρο Ὀ­δυσ­σέ­ας:

1.) Κά­ποι­ο Τοῦρ­κο ἀ­πό τή Με­σα­ο­ρί­α τόν εἶ­χε κεν­τρί­σει τό σφα­λάν­τζι καί φο­ύ­σκω­σε ἡ κε­φά­λη του  μέ­χρι πού ἔ­κλει­σαν καί τά μά­τια του. Ὁ δυ­στυ­χής σφά­δα­ζε ἀ­πό το­ύς πό­νους. Οἱ δι­κοί του τόν ἔ­φε­ραν ἀ­μέ­σως στήν Πα­να­γί­α, ἐ­δῶ στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἡ Πα­να­γί­α τόν θε­ρά­πευ­σε. Τόν εἶ­δε μέ τά μά­τια του ὁ γέ­ρο ᾿Ο­δυσ­σέ­ας.

2).Κά­ποι­ος πε­λε­κᾶ­νος ἀ­πό τό γει­το­νι­κό χω­ριό Κορ-φή, (πού ξέ­χα­σε τό ὄ­νο­μα του), ἔ­πα­θε γε­νι­κή πα­ρά­λυ­ση. Πῆ­γε σέ πολ­λο­ύς γι­α­τρο­ύς ἀλ­λά δέ βρῆ­κε θε­ρα­πε­ί­α. Μιά νύ­χτα εἶ­δε τήν Πα­να­γί­α στόν ὕ­πνο του καί τοῦ εἶ­πε: -Νά ἔλ­θεις στό σπί­τι μου καί θά θε­ρα­πευ­θεῖς. -Αὐ­τός τή ρώ­τη­σε· ποιά εἶ­σαι ἐ­σύ; καί ἡ Πα­να­γί­α τοῦ λέ­γει·

– Εἶ­μαι Πα­να­γί­α ἡ Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σα.

 Καί πά­λιν ξα­να­ρω­τᾶ ὁ ἀ­σθε­νής. Πῶς θά ἔλ­θω ἀ­φοῦ δέ μπο­ρῶ νά περ­πα­τή­σω; 

-Νά ἔλ­θεις κα­βάλ­λα στό ἄ­λο­γο καί μό­λις ἀν­τι­κρύ­σεις τήν ᾿Ἐκ­κλη­σί­α θά θε­ρα­πευ­θεῖς καί θά κα­τέ­βεις μό­νος σου νά περ­πα­τή­σεις.

 Ὁ συ­νο­μι­λη­τής μας θυ­μᾶ­ται ὅ­τι ἦ­ταν Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή καί κά­ποι­ος ἱ­ε­ρέ­ας πῆ­γε γιά νά λει­τουρ­γή­σει. Καί ἐ­νῶ προ­χω­ροῦ­σε ἡ Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α, ἔ­φθα­σε κα­βάλ­λα στό γα­ϊ­δο­ύ­ρι του ὁ πα­ρά­λυ­τος ἀ­πό τήν Κορφή. Μό­λις ἀν­τί­κρυ­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­γι­νε τό θαῦ­μα τῆς Πα­να­γί­ας. ῞Ο­πως ἀ­κρι­βῶς τοῦ εἶ­χε πεῖ · κα­τέ­βη­κε μό­νος του ἀ­πό τό ζῶ­ο καί πῆ­γε περ­πα­τη­τός στήν Ἐκ­κλη­σί­α δο­ξά­ζον­τας τό Θεό καί τήν Πα­να­γί­α πού ξα­να­βρῆ­κε τήν ὑ­γε­ί­α του.

Σάν ἀ­στρα­πή με­τα­δό­θη­κε τό θαῦ­μα, καί πο­λύς κό­σμος ἔ­τρε­ξε νά δεῖ τόν θε­ρα­πευ­μέ­νο. ῞Ο­λο ἐ­κεῖ­νο τόν κό­σμο θέ­λα­με νά τόν τα­ϊ­σου­με, μοῦ λέ­γει ὁ γέ­ρο Ὀ­δυσ­σέ­ας. Εἴ­χα­με φα­σό­λια πι­τσι­λί­σι­μα καί ἡ γυ­ναί­κα μου γέ­μι­σε ἕ­να με­γά­λο λα­βέ­ζι καί   το­ύς τα­ΐ­σα­με ὅ­λους. Νά θυμί­σου­με ὅ­τι ὁ­λη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ ᾿Ο­δυσ­σέ­α κατοι­κοῦ­σαν μέ­σα στή Μο­νή μέ­χρι τή δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950.

3).Καί τό θαῦ­μα πού ἀ­κο­λου­θεῖ τό εἶ­χε δεῖ μέ τά μά­τια του ὁ συ­νο­μι­λη­τής μας.

Τό­τε τό χω­ριό Μα­θη­κο­λώ­νη ἦ­ταν το­ύρ­κι­κο, ἐ­κτός μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ χρι­στια­νῶν. Μιά Τουρ­κά­λα ἀ­πό τό χω­ριό αὐ­τό ἔ­πα­σχε ἀ­πό ἀ­νί­α­τη ἀ­σθέ­νεια καί οἱ δι­ά­φο­ροι για­τροί πού πῆ­γε δέν τῆς ἔ­δω­σαν κα­μιά ἐλ­πί­δα θε­ρα­πε­ί­ας. Μιά νύ­χτα πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στόν ὕ­πνο της ἡ Πα­να­γί­α καί τῆς ὑ­πο­σχέ­θη­κε νά τήν θε­ρα­πε­ύ­σει. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα κι­ό­λας, ὁ Σα­λήχ ὁ ἄν­δρας της τή πῆ­ρε στό Μο­να­στή­ρι καί προ­σύ­νη­σαν τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. ἀ­πό τή στιγμή ἐ­κε­ί­νη ἔ­νοι­ω­σε ἡ τουρ­κάλ­λα νά γί­νε­ται ὅ­λο καί πιό κα­λά, θε­ρα­πε­ύ­θη­κε. ᾿Α­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τήν Πα­να­γί­α, ὁ Σα­λήχ, χά­ρι­σε στή Μο­νή ἕ­να χω­ρά­φι 24 σκά­λες, πού βρι­σκό­ταν στή το­πο­θε­σί­α ῾῾Πε­τρά­λω­να᾿᾿ Τό χω­ρά­φι αὐ­τό ἀρ­γό­τε­ρα τό πο­ύ­λη­σε ἡ Μη­τρό­πο­λη σέ ἰ­δι­ώ­τη καί δέν βρί­σκε­ται σή­με­ρα στήν κα­το­χή τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. ᾿Αλ­λά καί ἄν ἦ­ταν πά­λιν δέ θα τό εἶ­χε ἡ Μο­νή ὅ­πως καί τά ἄλ­λα για­τί τά μοι­ρά­στη­καν οἱ Μη­τρο­πό­λεις Κι­τί­ου καί Λε­με­σοῦ.

4.)        Τό ἑ­πό­με­νο θαῦ­μα τό ἄ­κου­σα ἀ­πό τή γυ­ναί­κα τοῦ ᾿Ο­δυσ­σέ­α. Εἴ­μου­να, λέ­γει ἔγ­γυ­ος τήν Καλ­λοῦ, μου καί σάν ἔ­φθα­σεν ἡ ὥ­ρα νά γεν­νή­σω, δέν εἶ­χαν πό­νους καί πε­ρί­με­να μέ ἀ­γω­νί­α. Σέ κά­ποι­α στιγμή μέ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος. Μέ­σα στόν ὕ­πνο μου βλέ­πω τήν Πα­να­γί­α νά ἔρ­χε­ται κοντά μου νά μέ πα­ίρ­νει ἀ­πό τό χέ­ρι καί νά μοῦ λέ­ει: «Μή φο­βᾶ­σαι εἶ­μαι κοντά σου καί θά γεν­νή­σεις σύν­το­μα». Τό­τε ξύ­πνη­σα καί δέν πέ­ρα­σε πολ­λή ὥ­ρα καί ἄρ­χι­σαν οἱ πό­νοι τῆς γέν­νας. Στό δε­ύ­τε­ρο πό­νο γέν­νη­σα μέ πολ­λήν εὐ­κο­λί­α. Καί συ­νε­χί­ζει νά μοῦ λε­έ­ι· ῾῾ σᾶς λέ­γω, ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι ζων­τα­νή πολ­λές φο­ρές μί­λη­σε μα­ζί μου.

5.)        Ε­να ἄλ­λο θαῦ­μα μοῦ δι­η­γεῖ­ται στή συ­νέ­χεια.

 ῾῾ Τρεῖς μέ­ρες με­τά τή γέν­να μου, εἶ­χε βρέ­ξει πά­ρα­πο­λύ καί χά­λα­σε ὁ τοῖ­χος γύ­ρω ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα καί τό σκέ­πα­σε. Μοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε πά­λιν ἡ Πα­να­γί­α καί μοῦ ζή­τη­σε σάν χά­ρη νά κα­θα­ρί­σω τό ἁ­γί­α­σμα της. Τῆς εἶ­πα: Οἱ πέ­τρες εἶ­ναι με­γά­λες καί ἐ­γώ εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τη, πῶς θά μπο­ρέ­σω; Αὐ­τή ὅ­μως μοῦ εἶ­πε· ῾῾πή­γαι­νε καί ἐ­γώ θά σέ βο­η­θή­σω᾿­᾿. Σέ λί­γες μέ­ρες πῆ­γα καί ἄρ­χι­σα νά ση­κώ­νω τίς πέ­τρες καί ἀ­πό­ρη­σα πῶς μέ πό­ση εὐ­κο­λί­α τίς σή­κω­να καί τίς με­τα­κι­νοῦ­σα. Μέ­χρι τό δει­λι­νό εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τό κα­θά­ρι­σμα. Τό βρά­δυ πού ἦλ­θε ὁ ἄν­δρας μου μέ ρώ­τη­σε, ποι­οί κα­θά­ρι­σαν τό ἁ­γί­α­σμα; Τοῦ εἶ­πα δέν το­ύς γνώρι­ζα. ᾿Ε­πει­δή δέν ἠ­θε­λα νά τό μά­θει ὅ­τι ἐ­γώ τό ἔ­κα­μα για­τί θά μέ μάλ­λω­νε. Ποῦ θά ἤ­ξευ­ρε ὅ­τι ἡ Πα­να­γί­α μέ βο­ή­θη­σε᾿᾿.

6.)        Ὁ ἐ­νε­νην­τά­χρο­νος δά­σκα­λος Θρα­σύ­βου­λος Πα­ρέ­ας, ἀ­πό τόν ἅ­γιο ᾿Α­θα­νά­σιο μοῦ δι­η­γή­θη­κε τό ἑ­ξῆς θαῦ­μα. ῾῾ Μιά νύ­χτα, με­ρι­κοί κλέ­φτες πῆ­ραν ἀ­πό τό κο­πά­δι τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ με­ρι­κά ζῶ­α καί ἄρ­χι­σαν νά τά σφά­ζουν καί νά τά κρε­μά­ζουν γιά γδάρ­σι­μο πά­νω στη χα­ρου­πιά. Ἀ­μέ­σως ἄ­να­ψαν τέσ­σε­ρα κε­ριά πά­νω στό δέν­δρο καί οἱ κλέ­φτες τρά­πη­κα σέ φυ­γή, ἀ­φή­νον­τας τά ζῶ­α.­᾿᾿

Ο ἴ­διος μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι τό Μο­να­στή­ρι ἦ­ταν πλο­ύ­σιο, εἶ­χε με­γά­λο κο­πά­δι καί πλο­ύ­σι­ες σο­δι­ές πολ­λῶν προ­ϊ­όν­των.

7.)        Τό θαῦ­μα πού θά δι­η­γη­θοῦ­με τώ­ρα, τό ἄ­κου­σα ἀ­πό πολ­λο­ύς, χω­ρίς πα­ραλ­λα­γή καί ἀ­φο­ρᾶ τό τε­νε­κε­δέ­νιο χέ­ρι πού κρέ­με­ται στήν εἰ­κό­να τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας.

Ὁ δρό­μος πρός τό χω­ριό Μα­θη­κο­λώ­νη περ­νοῦ­σε τό­τε,  ἀ­κρι­βῶς πί­σω καί πιό ψη­λά ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό τοῦ μι­κροῦ να­οῦ. ῞Ε­νας Τοῦρ­κος πού περ­νοῦ­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ θέ­λη­σε νά κα­πνί­σει ἄλ­λά δέν εἶ­χε φω­τιά γιά νά ἀ­νά­ψει τήν πίπ­πα του. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τό ἄ­λο­γό του καί ἀ­πό τό μι­κρό πα­ρά­θυ­ρο μπῆ­κε στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Πλη­σί­α­σε στό εἰκονοστάσι, κατέβασε τό κανδῆλι τῆς Παναγίας καί ἄναψε τή πίππα του, ὅμως χύθηκε τό κανδῆλι πάνω στήν εἰκόνα πού πῆρε φωτιά καί ἄρχισε νά καίγεται. Αὐτός ἀδιαφορώντας πῆγε στή πόρτα σήκωσε τό σύρτι γιά νά φύγει, ἀλλά ἡ πόρτα ἔκλεισε μέ ὁρμή καί τό χέρι του κόπηκε ἀπό τόν καρπό καί ἔμεινε ἐκεῖ ἡ παλάμη. Κλαίοντας καί ματωμένος ὁ ἄνθρωπος ἔτρεχε πρός τόν ἅγ. ᾿Αθανάσιο. Λίγο πιό πάνω ἀπό τό σημερινό γήπεδο τοῦ χω­ριοῦ, συ­ναν­τή­θη­κε μέ με­ρι­κο­ύς χρι­στι­α­νο­ύς πού πή­γαι­ναν νά ἀ­νά­ψουν τά καν­δή­λια τῆς Μο­νῆς. ῞Ο­ταν τόν εἶ­δαν στά χά­λια ἐ­κεῖ­να καί ἔ­μα­θαν τό γε­γο­νός, τόν σκό­τω­σαν ἔ­κεῖ . Μέ­χρι σή­με­ρα τό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο εἶ­ναι γνω­στό μέ τό ὄ­νο­μα ῾῾τοῦ σκο­τω­μέ­νου᾿­᾿. Μέ­χρι νά πᾶ­νε τή Μο­νή ἡ φω­τιά ἔ­σβυ­σε θαυ­μα­τουρ­γι­κά ἀ­φή­νον­τας με­ρι­κές ζη­μι­ές στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας πού φα­ί­νον­ται καί σή­με­ρα παρ᾿ ὅ­λη τή δι­όρ­θω­ση πού τῆς ἔ­κα­νε τε­χνί­της. Τό γε­γο­νός αὐ­τό θυ­μί­ζει ἡ μα­ύ­ρη πα­λά­μη πού κρέ­με­ται στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Φα­ί­νε­ται ὅ­τι τό Μο­να­στή­ρι πῆ­ρε κι᾿ ἄλ­λες φο­ρές φω­τιά ἀ­πό ἀ­προ­σε­ξί­ες χω­ρίς νά πά­θει ζη­μι­ές.

12.Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΗ

Τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς Πα­να­γί­ας γιά τή μο­νή, εἶ­ναι δε­δο­μέ­νο καί ἡ βο­ή­θειά της γί­νε­ται φα­νε­ρή μέ πολ­λο­ύς τρό­πους. Κα­τά τήν ἀ­να­κα­ί­νι­ση τῆς Μο­νῆς, πού ἤ­τα­νε πραγ­μα­τι­κά δύ­σκο­λο ἔρ­γο γιά τή γυ­ναι­κε­ί­α φύ­ση καί τό ἔ­κα­νε ἀ­κό­μα δυ­σκο­λό­τε­ρο ἠ ἔλ­λει­ψη τῶν ὑ­λι­κῶν, γι­νό­ταν φα­νε­ρή ἡ βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας. Οἱ ἀ­δελ­φές μοῦ δι­η­γή­θη­καν πολ­λά πε­ρι­στα­τι­κά καί πολ­λά προ­βλή­μα­τα πού βρή­καν τή λύ­ση τους μέ θαυ­στό τρό­πο. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή δέν ὑ­πῆρ­χαν στήν ἀ­γο­ρά πολ­λά ὑ­λι­κά οἰ­κο­δο­μῆς·

καί πολ­λές οἰ­κο­δο­μές ἔ­μει­ναν στά­σι­μες. Αὐ­τό ἔ­πρε­πε νά ἱ­σχύ­ει καί γιά τίς ἐρ­γα­σί­ες τίς Μο­νῆς, ἀλ­λά μέ θαυ­μα­στό τρό­πο βρί­σκον­ταν τά ὑ­λι­κά καί  συ­νε­χι­ζό­ταν ἀ­πρό­σκο­πτα ἡ ἐρ­γα­σί­ες  χω­ρίς δι­α­κο­πή μέ­χρι πού τέ­λει­ω­σε. Θά χρει­α­ζό­μα­στε πολ­λές σε­λί­δες γιά νά κα­τα­γρά­ψου­με πε­ρι­στα­τι­κά πού συ­νέ­βη­σαν κα­τά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς Μο­νῆς. ῾Η ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­νοικο­δό­μη­σης ἦ­ταν ἕ­να πραγ­μα­τι­κό θαῦ­μα πού χω­ρίς θε­ί­α βο­ή­θεια δέ θά ὁ­λο­κλη­ρο­νό­ταν.

Στή συνέχεια θά ἀναφέρουμε δύο γεγονότα πού μαρ­τυ­ροῦν τήν ἐ­πέμ­βα­ση καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς Πα­να­γί­ας.

(α) Μιά  γυ­ναί­κα ἀ­πό τόν ἅγ. ᾿Α­θα­νά­σιο, εἶ­χε στήν κα­το­χή της μιά ῾῾σα­νιά᾿᾿ πε­ρι­ου­σί­α τῆς πα­λιάς Μο­νῆς. ῾Η σα­νιά εἶ­ναι ξέ­βα­θο χάλ­κι­νο δο­χεῖ­ο γα­νω­μέ­νο ἀ­πό μέ­σα· εἶ­ναι πα­νέ­ρι χάλ­κι­νο. Αὐ­τή τή ῾῾σα­νιά᾿­᾿, ἤ­θε­λε νά τήν που­λή­σει ἡ γυ­ναί­κα. ῞Ε­να βρά­δυ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ Πα­να­γί­α στόν ὕ­πνο της καί τῆς λέ­γει: ῾῾ Μήν που­λή­σεις τή σα­νιά, για­τί σύν­το­μα τό Μο­να­στή­ρι θά κα­τοι­κη­θεῖ ἀ­πό μο­να­χές καί νά τή δώ­σεις σ᾿ αὐ­τές.­᾿᾿Τό γε­γο­νός αὐ­τό ἔ­γι­νε τό 1974, τρί­α χρό­νια πρίν πᾶ­νε στό Μο­να­στή­ρι οἱ μο­να­χές.

Ὅ­ταν τό 1977 κα­τοι­κή­θη­κε τό Μο­να­στή­ρι, ἡ γυ­ναί­κα πῆ­ρε καί πα­ρά­δω­σε τή ῾῾σα­νι­ά’ στίς μο­να­χές λέ­γον­τάς τους καί τό θαῦ­μα τῆς Παναγίας.

(β) Πλησίαζε ὁ καιρός γιά τή χειροτονεία τῆς ῾Ηγουμένης καί οἰ ἀδελφές σχολίαζαν τό ὅτι αὐτές κατάγονταν ἀπό τά Λεύκαρα, δέν εἶχαν λευκαρίτικα γιά νά στολίσουν τήν ῾Αγία Τράπεζα καί τήν ᾿Ωραία Πύλη τοῦ ναοῦ καί τό θεωροῦσαν ἔλλειψη αὐτό. ῞Ομως τήν ἔλλειψη αὐτή ἀνάλαβε ἡ Παναγία νά τήν συμπληρώσει.

Σέ λίγες μέρες ἔφθασε στή Μονή μιά γυναίκα μέ τό ὄνομα Μαρία, ὅπως μοῦ εἶπαν οἱ ἀδελφές, καί κρατοῦσε ἕνα δέμα μέ τά ἀναγκαῖα λευκαρίτικα γιά τήν εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ. ῾Η γυναίκα εἶπε στίς ἀδελφές, ὅτι μιά νύχτα εἶδε τήν Παναγία στόν ὕπνο της καί τῆς εἶπε νά πάρει στή Μονή τά ἀναγκαῖα κεντητά λευκαρίτικα.

Μέ πολ­λή χα­ρά πα­ρέ­λα­βαν τό δέ­μα οἱ ἀ­δελ­φές καί δέν πε­ρι­γρα­φό­ταν ἡ συγ­κί­νη­σή τους, για­τί, ἔ­βλε­παν φα­νε­ρά τό ἔν­δι­α­φέ­ρο καί τή βο­ή­θεια τῆς Πα­να­γί­ας γιά τή Μο­νή.

Α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα τό ἐν­δι­α­φέ­ρον καί ἡ ἀ­γά­πη τῆς Πα­να­γί­ας γιά τή Μο­νή ἐκ­δη­λώ­νε­ται ζω­η­ρά καί θά ἐκ­δη­λώ­νε­ται μέ­χρι τέ­λους. Αὐ­τή εἶ­ναι καί θά εἶ­ναι ὁ Προ­στά­της καί κα­θο­δη­γη­τής, ὅ­λων αὐ­τῶν πού δί­νουν τά πάν­τα γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί Τῆς Πα­να­γί­ας.

Σάν αὐ­τά τά δύ­ο πε­ρι­στα­τι­κά ὑ­πάρ­χουν πολ­λά· Θε­ω­ροῦ­με ὅ­μως ὅ­τι αὐ­τά τά δύ­ο μᾶς πε­ί­θουν γιά τό ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς Πα­να­γί­ας γιά τή μο­νή αὐ­τή καί τίς τό­σες ἄλ­λες πού εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στό ὄ­νο­μά της.

Τό κοιμητήριο τῆς Μονῆς.

13. Ε­ΠΙ­ΛΟ­ΓΟΣ

Αὐ­τά τά λι­γο­στά στοι­χεῖ­α πού εἴ­χα­με στή δι­ά­θε­σή μας, ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη, μᾶς ἐ­πέ­τρε­ψαν νά σκι­α­γρα­φί­σου­με τό Μο­να­στή­ρι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Σφα­λαγ­γι­ώ­τισ­σας. Εἴ­δα­με τίς μέ­ρες εὐ­η­με­ρί­ας, ἀλ­λά καί τίς τρα­γι­κές στιγ­μές πού πέ­ρα­σαν δο­λο­φο­νη­μέ­νοι ἀ­πό τού αἱ­μο­χα­ρεῖς Το­ύρ­κους, οἱ Μο­να­χοί της. Θά πρέ­πει νά κα­τά­λα­βες ὅ­τι τό ἔ­θνος μας καί ἡ ᾿Ορ­θό­δο­ξη μας πί­στη ἔ­χουν, ἀ­δί­στα­κτους καί αἱ­μο­χα­ρεῖς ἐ­χθρο­ύς, ὄ­χι μό­νο το­ύς Το­ύρ­κους ἀλ­λά τόν πα­πι­σμό πού πάν­το­τε ζη­τοῦ­σε τήν ὑ­πο­τα­γή μας στήν τι­ά­ρα τοῦ Πά­πα. Γιά τό λό­γο αὐ­τό θά πρέ­πει νά ἀ­γρυ­πνοῦ­με ὅ­λοι καί νά προ­σέ­χου­με τήν πί­στη μας ἐ­πι­κα­λο­ύ­με­νοι τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ καί τῆς Θε­ο­τό­κου Μα­ρί­ας, τῆς Πα­να­γί­ας μας.

Ε­σύ πού δι­ά­βα­σες αὐ­τά τά λί­γα καί ἔρ­χε­σαι σάν εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής στόν ἁ­γι­α­σμέ­νο τοῦ­το χῶ­ρο, καί πῆ­ρες μιά γε­ύ­ση τοῦ ἀ­γώ­να γιά τήν πί­στη, προ­σπά­θη­σε νά ζή­σεις νο­ε­ρᾶ γιά λί­γο τίς στιγ­μές τοῦ ἀ­γώ­να καί τῆς θυ­σί­ας τῶν μο­να­χῶν τῆς μο­νῆς αὐ­τῆς πού αἱ­μα­το­κυ­λι­σμέ­νοι, σφαγ­μέ­νοι ἄ­φη­σαν τήν τε­λευ­τα­ί­α τους πνοή στό χῶ­ρο αὐ­τό. ᾿Α­να­ζω­ο­πύ­ρω­σε τήν πί­στη σου στό Θεό καί στήν Πα­να­γί­α, ἀ­να­νέ­ω­σε τήν ὑ­πό­σχε­σή σου γιά ἀ­γώ­να μέ­χρι θα­νά­του νά μήν ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ φθο­ρά, ἡ ἀλ­λο­τρί­ω­ση, καί ἡ αἵ­ρε­ση στόν ἁ­γι­α­σμέ­νο τοῦ­το τό­πο μας ἀλ­λά νά κυμ­μα­τί­ζει παν­το­τει­νά ἡ ση­μα­ί­α τῆς ᾿Ορ­θό­δο­ξης μας πί­στη γιά τή δό­ξα τοῦ Κυ­ρί­ου.

Ἐ­πί­σης, μή πα­ρα­λε­ί­πεις στίς προ­σευ­χές σου, νά εὔ­χε­σαι ὁ­λό­ψυ­χα γιά τήν πρό­ο­δο τῆς μο­νῆς αὐ­τῆς καί ὅ­λων τῶν ἄλ­λων πού ὑ­πάρ­χουν στό τό­πο μας,τά κά­στρα αὐ­τά τῆς πί­στης μας νά μέ­νουν πά­ντο­τε ἀ­πά­τη­τα ἀ­πό κά­θε ἐ­πι­βου­λή, πρός δό­ξαν τῆς Πα­να­γί­ας Τρι­ά­δας. Ἀ­μήν.

Ἀπό τή παλιά δόξα τῆς Μονῆς.

[1] Ν.Γ. Κυριαζῆ, «Τα Χωριά τῆς Κύπρου 1950, σελ.152 Ἐδῶ ἴσως νά εἶναι μιά μαρτυρία ὅτι προυπῆρχε τό μοναστήρι καί καταστράφηκε  ἀπό τίς ἐπιδρομές καί ἡ μαρτυρία ἔμεινε στόν Ἐνετικό χάρτη. Τό ὑφιστάμενο Μοναστήρι  ἀργότερα κτίσθηκε.

[2] Ὅπως πιό πάνω

[3] Rupert  Gunnis . Historc Cyprus  Nicosia .sel. 196

[4] GEORGE  JEFFERY, F,S.A.  1918  σελ.359.

[5] Επετηρ. Κέντρου Μελετῶν Ι. Μ. Κύκκου. Κωστής Κοκκινόφτας-

Ιωάννης Θεοχαρίδης. < Μοναστηριακά δεδομένα σύμφωνα μέ  τό Κατάστιχο vi  τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου. Πίνακας 6 (1990)

[6]  ῾Η παράδοση ἔλεγε ὅτι ὑπῆρχε πολύ παλιά στό μέρος αὐτό χωριό πού λεγόταν ἅγιος ᾿Επιφάνιος.Μήπως ἄραγε νά ἦταν ἐδῶ τό παλαιό Μοναστῆρι τῆς Σφαλαγγιώτισσας;

Τήν πε­ρι­ο­χή αὐ­τή ἐ­πε­σκέ­φθη­κα καί εἶ­δα ὅ­τι κά­πο­τε μπο­ροῦ­σε νά ὑ­πῆρ­χε χω­ριό ἠ καί μο­να­στή­ρι ἀ­κό­μα·  εἶ­δα μιά ἔ­κτα­ση με­ρι­κῶν σκα­λῶν πού ἀ­να­σκά­πτη­κε γιά ἀ­νε­ύ­ρε­ση θη­σαυ­ροῦ ὅ­πως κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τό­τε. ῾Υ­πάρ­χουν ἴ­χνη πού φα­νε­ρώ­νουν ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πῆρ­χε να­ός στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο

[7]  ᾿Ε­δῶ προ­κύ­πτει ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα τό ὁ­ποῖ­ο δέ θά μπο­ρέ­σου­με νά τό ἀ­παν­τή­σου­με για­τί δέν ἔ­χου­με στοι­χεῖ­α. τό ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι· πῶς βρέ­θη­κε στό μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο ἡ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας; Ποι­ός τήν τό­πο­θέ­τη­σε ἐ­κεῖ καί πό­τε; Ἄν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν τή μαρτυρία τοῦ Ενετικοῦ κώδικα πού είδαμε στήν σελ. 9, σί­γου­ρα θά ὑ­πῆρ­χε στήν πε­ρι­ο­χή Μο­να­στῆ­ρι τό ὅ­ποῖ­ο ἵ­σως κα­τά­στρε­ψαν οἱ δι­ά­φο­ροι ἐ­πι­δρο­μεῖς στά πα­λιά χρό­νια. ῾Ο μο­να­χι­σμός ὑ­πῆρ­χε στό νη­σί μας ἀ­πό τόν τέ­ταρ­το αἰ­ώ­να καί σί­γου­ρα θά ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ κον­τά ἀρ­χαῖ­ο Μο­να­στῆ­ρι καί ἡ εἰ­κό­να ἦ­ταν ἡ μαρ­τυ­ρί­α.

 

Απο το Βιβλιο της Μονης του  π. Χα­ρά­λαμ­που Νε­ο­φύ­του   Ε­φη­μέ­ριος τῆς Μο­νῆς.



σσ.theodromion.gr :  Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση.

Στείλτε στο theodromion@gmail.com  άρθρα, ιστορικά Ιέρων Ναών -Μοναστηριών βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με  τους Αναγνώστες μας.

Αν σας αρέσει κοινοποίησετο στον τοίχο σας (facebook) ή γράψετε το σχόλιο σας ακριβώς από κάτω από την ανάρτηση μας

Γράψτε μας το σχόλιο σας εδώ
Δές και αυτό
Εορτάζει στις 4 Νοεμβρίου   Η Εκπομπη "Χαρά Θεού" επισκέπτεται…
error: Ευχαριστούμε